Κατά τον Γάλλο καθηγητή εγκληματολογίας και συγγραφέα Αλαίν Μπωέρ, η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπ, είναι καλά μελετημένη και με τη βοήθεια της «γλώσσας του σώματος», αποτελεί κορυφαίο εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας του Αμερικανού πολιτικού.
Ως φαίνεται δε, εσχάτως, μετά την μάλλον απρόβλεπτη αντίδραση που η αμερικανική επίθεση στο Ιράν συνάντησε από το ισλαμικό καθεστώς, υποχρέωσε τον Τράμπ να προσφύγει στη δοκιμασμένη από τον προκάτοχο του Ρίτσαρντ Νίξον τη δεκαετία του 1970, τακτική του τρελού, που δοκιμάστηκε σε πρακτικό επίπεδο στον πόλεμο του Βιετνάμ.
Όπως μας πληροφορεί η βρετανική καθημερινή εφημερίδα «Γκάρντιαν», ο Ρίτσαρντ Νίξον, αυτή τη θεωρία – ιδέα, είχε αναπτύξει το 1968, πριν εκλεγεί πρόεδρος, σε μια συζήτηση με τον μελλοντικό προσωπάρχη του Λευκού Οίκου, Μπομπ Χάλντεμαν, κατά τη διάρκεια μιας βόλτας στην παραλία του Ειρηνικού. Όπως καταγράφεται στο βιβλίο The Arrogance of Power (2000) του Άντονι Σάμερς, ο Νίξον είπε:
«Την ονομάζω “θεωρία του τρελού”, Μπομπ, θέλω οι Βορειοβιετναμέζοι να πιστεύουν ότι έχω φτάσει στο σημείο να κάνω τα πάντα για να σταματήσω τον πόλεμο. Θα τους περάσουμε το μήνυμα ότι “o Νίξον έχει εμμονή με τους κομμουνιστές, δεν μπορούμε να τον συγκρατήσουμε όταν θυμώνει – και έχει το δάχτυλό του στο πυρηνικό κουμπί” – και τότε ο ίδιος ο Χο Τσι Μινχ θα έρθει στο Παρίσι σε δύο εβδομάδες να ζητήσει ειρήνη».
Ο Νίξον επανήλθε επανειλημμένα σε αυτή τη λογική τα επόμενα χρόνια, δίνοντας οδηγίες σε συνεργάτες του να μεταφέρουν σε Σοβιετικούς αξιωματούχους ότι ο πρόεδρος ήταν «κάπως τρελός» και «ικανός για την πιο αιματηρή βαρβαρότητα». Κάποιοι θεωρούσαν ότι δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη υπερβολή.
Το 1972, με τον πόλεμο στο Βιετνάμ να συνεχίζεται, ο Νίξον είπε στον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας Χένρι Κίσινγκερ ότι ήθελε να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα κατά του Βόρειου Βιετνάμ.
«Νομίζω ότι αυτό θα ήταν υπερβολικό», απάντησε ο Κίσινγκερ, για να δεχτεί την απάντηση ότι είναι «υπερβολικά ανήσυχος για τους αμάχους».
Η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής παραμένει αμφισβητήσιμη. Στις σχέσεις με τη Μόσχα, οδήγησε σε μια περίοδο ύφεσης (detente) και στην υπογραφή δύο συμφωνιών ελέγχου των εξοπλισμών.
Στο Βιετνάμ, όμως, κορυφώθηκε με σφοδρούς βομβαρδισμούς κατά την περίοδο των Χριστουγέννων του 1972, με στόχο την επιστροφή των Βιετκόνγκ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το αποτέλεσμα ήταν μια ειρηνευτική συμφωνία που, σύμφωνα με επικριτές, δεν διέφερε ουσιαστικά από εκείνη που είχε ήδη συμφωνηθεί πριν από τους βομβαρδισμούς.
«Ορισμένοι υποστήριξαν ότι η «τρέλα» του Νίξον δεν ήταν απλώς στρατηγική. Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται ότι ο ψυχίατρος του, που τον παρακολουθούσε για περισσότερα από 40 χρόνια, εξέφρασε ανησυχία ότι «ίσως δεν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να έχει το δάχτυλο στη σκανδάλη των πυρηνικών».
Όλα αυτά φέρνουν στο σήμερα και τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος συμφώνησε σε κατάπαυση του πυρός με το Ιράν, αμέσως μετά από απειλές ότι θα «τερματίσει τον πολιτισμό του», θα το «γυρίσει στη λίθινη εποχή» και θα καταστρέψει υποδομές και ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Το αντάλλαγμα ήταν η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ ενός στρατηγικού ενεργειακού περάσματος από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Το πέρασμα παρέμενε ανοιχτό έως ότου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν στρατιωτικά πλήγματα στις 28 Φεβρουαρίου. Το Ιράν, μάλιστα, φέρεται να εξασφάλισε και οικονομικό όφελος, επιβάλλοντας τέλος 2 εκατομμυρίων δολαρίων ανά πλοίο», γράφει η «Γκάρντιαν».
Ως «νίκη», το αποτέλεσμα αυτό μοιάζει μάλλον πύρρειο – θυμίζοντας τον Νίξον και το Βόρειο Βιετνάμ το 1972.
Με το Ιράν να μην υποχωρεί μετά από σχεδόν έξι εβδομάδες βομβαρδισμών, ο Τραμπ – όπως και ο Νίξον τότε – φαίνεται να χρειάζεται ένα επικοινωνιακό στήριγμα για να αποφύγει την εικόνα αδυναμίας. Οι ακραίες απειλές σίγουρα εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπό.
«Καθώς δεν έχει καταφέρει να αποσπάσει μια καθαρή νίκη από αυτή τη σύγκρουση, πιθανότατα αναζητά μια κίνηση-ματ που θα του επιτρέψει να αποχωρήσει δηλώνοντας νικητής», σημειώνει ο Αλί Βάεζ διευθυντής του προγράμματος για το Ιράν στο International Crisis Group.
Ωστόσο, τέτοιες κινήσεις δεν είναι εύκολες ούτε χωρίς κόστος.
Κάποιοι σύμβουλοι του Αμερικανικού προέδρου σίγουρα θα τον έχουν πληροφορήσει ότι το όντως αδίστακτο και βάρβαρο καθεστώς της Τεχεράνης, τρέφεται από φανατισμό, μίσος και «όραμα» εξαφάνισης των «απίστων». Αρκεί να διαβάσει κανείς τι λένε, τι γράφουν και τι διαδίδουν οι «Φρουροί της Επανάστασης» και θα νιώσει κρύο ιδρώτα.
Από την άλλη πλευρά όμως, στους κόλπους αυτού του καθεστώτος υπάρχουν κάποιες χιλιάδες προνομιούχοι οι οποίοι υπολογίζεται ότι «κάθονται» πάνω σε 50 δισ. δολλάρια που έχουν καταχραστεί και αποθησαυρίσει τα 47 χρόνια άσκησης ισλαμικής εξουσίας.
Και αυτοί οι δισεκατομμυριούχοι, όσο φανατικοί και αν είναι, θεωρούν το χρήμα επί της γης καλύτερο από τα άγνωστα ουρί που τους περιμένουν στον παράδεισο, αν αυτοκτονήσουν για το καθεστώς.
Έχουν κάθε λόγο έτσι να μη μπλέξουν με έναν «τρελό» που μπορεί να εκφράζει και πραγματικές απειλές.
Το θέμα λοιπόν είναι σε ποιο βαθμό οι προνομιούχοι του καθεστώτος είναι πρόθυμοι να διαπραγματευτούν με τον «τρελό» Τράμπ, την παραμονή τους στην εξουσία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση επιθετικής ρητορικής για να εξαναγκαστεί η ιρανική ηγεσία σε έναν συμβιβασμό δεν προκαλεί έκπληξη – ακόμη κι αν αυτό πλήττει την εικόνα των ΗΠΑ ως υπερασπιστή των αξιών του πολιτισμένου κόσμου και ενισχύει τις αμφιβολίες για τη σταθερότητα του ίδιου του Τραμπ.
Δεν αποτελεί επίσης έκπληξη η προσφυγή του Τραμπ στη «συνταγή» του Νίξον. Οι δύο άνδρες είχαν αλληλογραφία τη δεκαετία του 1980, όταν ο νεαρός τότε επιχειρηματίας εξέφραζε τον θαυμασμό του προς τον πρώην πρόεδρο.
Ο Νίξον, που πέθανε το 1994, φέρεται να του είχε γράψει το 1990 ότι «η τεράστια επίθεση των μέσων ενημέρωσης εναντίον σου με φέρνει στο πλευρό σου».





































