Οι ευρωπαϊκές μετοχές εξακολουθούν να στηρίζονται από τη βελτίωση των προοπτικών κερδοφορίας των επιχειρήσεων, ένα πιο ευνοϊκό διαρθρωτικό περιβάλλον και λογικές αποτιμήσεις, σύμφωνα με την UBS.
Μάλιστα, η ελβετική τράπεζα εκτιμά ότι υπάρχει περαιτέρω περιθώριο ανόδου στο βασικό του σενάριο, ωστόσο συνιστά πιο επιλεκτική προσέγγιση στις τοποθετήσεις στην Ευρωζώνη, καθώς διαπιστώνει περιορισμένους καταλύτες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις αγορές σημαντικά υψηλότερα τους επόμενους μήνες.
Στο πλαίσιο αυτό, η UBS υποβαθμίζει τον ευρωπαϊκό κλάδο τεχνολογίας από «Attractive» σε «Neutral», αντανακλώντας μια πιο ισορροπημένη σχέση κινδύνου-απόδοσης σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Κέρδη +25% την επόμενη διετία
Μετά από τρία χρόνια στασιμότητας, η UBS επαναλαμβάνει την εκτίμησή της για σχεδόν 25% αύξηση των εταιρικών κερδών μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται σε έναν συνδυασμό διαρθρωτικών παραγόντων ανάπτυξης, εταιρικού ελέγχου του κόστους και κυκλικής ανάκαμψης της μεταποίησης.
Οι προτιμήσεις της τράπεζας επικεντρώνονται σε κλάδους και θέματα που συνδυάζουν βελτίωση κερδών λόγω του οικονομικού κύκλου, διαρθρωτικές ευκαιρίες ανάπτυξης και ωφελούμενους από χαμηλότερα επιτόκια σε σχέση με όσα προεξοφλεί σήμερα η αγορά. Ως εκ τούτου, η UBS διατηρεί θετική στάση απέναντι στη βιομηχανία, τα καταναλωτικά αγαθά διακριτικής δαπάνης, την υγεία, τα ακίνητα και τη Γερμανία, καθώς και στα επενδυτικά θέματα «Luxury & Lifestyles», «European Leaders» και «Swiss High-Quality Dividends».
Η στενή ηγεσία της αγοράς δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και κινδύνους
Σύμφωνα με την UBS, η πορεία των ευρωπαϊκών μετοχών τους τελευταίους μήνες έχει καθοριστεί κυρίως από δύο παράγοντες: τις επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη (AI) και τις εξελίξεις στη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν.
Παρότι οι βελτιωμένες προσδοκίες και στα δύο μέτωπα στήριξαν τις αγορές, η άνοδος παρέμεινε εξαιρετικά συγκεντρωμένη. Κατά το τελευταίο τρίμηνο, μόλις το 35% των εταιρειών που συμμετέχουν στον δείκτη MSCI EMU κατέγραψαν καλύτερη επίδοση από τον δείκτη, ποσοστό που αποτελεί το χαμηλότερο από την έναρξη της σχετικής στατιστικής σειράς το 2012.
Η στενή αυτή ηγεσία, όπως επισημαίνει η UBS, αυξάνει την ευπάθεια της αγοράς σε περίπτωση αντιστροφής των θετικών τάσεων, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί περιθώρια ώστε οι μετοχές που έχουν υστερήσει να καλύψουν μέρος της διαφοράς εφόσον διευρυνθεί η συμμετοχή στην άνοδο.
Η τράπεζα θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές μετοχές μπορούν να συνεχίσουν να κινούνται υψηλότερα εφόσον ομαλοποιηθούν οι ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, ιδιαίτερα καθώς οι περισσότεροι κλάδοι εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τα επίπεδα που είχαν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Πιο μικτό το βραχυπρόθεσμο περιβάλλον
Παρά τις θετικές μακροπρόθεσμες προοπτικές, η UBS αναγνωρίζει ότι το βραχυπρόθεσμο περιβάλλον εμφανίζεται πιο σύνθετο. Η ανάκαμψη της μεταποίησης που αναμενόταν παραμένει σε τροχιά εξέλιξης, ωστόσο πιθανόν να καθυστερήσει λόγω των διαταραχών στις ενεργειακές ροές.
Παράλληλα, τα επιτόκια παραμένουν υψηλότερα από ό,τι εκτιμούσε η τράπεζα στις αρχές του έτους, ενώ μετά το ισχυρό ράλι των τεχνολογικών μετοχών, οι περαιτέρω αποδόσεις θα εξαρτηθούν περισσότερο από την πραγματική εκτέλεση των επιχειρηματικών σχεδίων παρά από τις προσδοκίες.
Για τον λόγο αυτό, αν και η UBS εξακολουθεί να βλέπει περιθώρια ανόδου για τις ευρωπαϊκές μετοχές, στηριζόμενα σε αύξηση κερδών περίπου 25% την επόμενη διετία, θεωρεί ότι οι άμεσοι καταλύτες για ένα νέο ισχυρό ανοδικό κύμα είναι πλέον λιγότεροι. Ως αποτέλεσμα, αναμένει πιο σταδιακή άνοδο της αγοράς κατά τους επόμενους μήνες.
Υποβάθμιση του ευρωπαϊκού κλάδου τεχνολογίας
Η UBS υποβάθμισε τον ευρωπαϊκό τεχνολογικό κλάδο από «Attractive» σε «Neutral», εκτιμώντας ότι μετά από άνοδο περίπου 40% από τις αρχές του έτους, οι αποτιμήσεις έχουν καταστεί ιδιαίτερα απαιτητικές σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο.
Όπως σημειώνει, οι δείκτες τιμής προς κέρδη (P/E) έχουν φθάσει σε επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί τελευταία φορά κατά την περίοδο της «φούσκας» των dot-com στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Παρότι η τράπεζα δεν διατηρεί αρνητική στάση απέναντι στον κλάδο, θεωρεί ότι η σχέση κινδύνου-απόδοσης έχει πλέον εξισορροπηθεί, ενώ η υλοποίηση των ιδιαίτερα υψηλών προσδοκιών ενέχει κινδύνους λόγω πιθανών περιορισμών στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η UBS εξακολουθεί να προτιμά επιλεκτικές τοποθετήσεις στην τεχνολογία μέσω του επενδυτικού θέματος AI TRIO, το οποίο προσφέρει έκθεση σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας της τεχνητής νοημοσύνης και όχι μόνο στις παραδοσιακές τεχνολογικές εταιρείες.
Οι βασικές επενδυτικές επιλογές της UBS
Η UBS εστιάζει σε τρεις βασικές κατηγορίες επενδύσεων στην Ευρώπη:
– Εταιρείες με κυκλική βελτίωση κερδών, όπως η βιομηχανία και τα καταναλωτικά αγαθά διακριτικής δαπάνης, συμπεριλαμβανομένου του θέματος «Luxury & Lifestyles» και των μετοχών πολυτελών καταναλωτικών αγαθών.
– Διαρθρωτικές ευκαιρίες ανάπτυξης, όπως η βιομηχανία, η υγεία, η Γερμανία και το θέμα «European Leaders», με έμφαση σε εταιρείες που πρωταγωνιστούν στην ηλεκτροποίηση και τον αυτοματισμό.
– Κλάδους που μπορούν να ωφεληθούν από ηπιότερη πορεία επιτοκίων σε σχέση με τις προσδοκίες της αγοράς, όπως τα ευρωπαϊκά ακίνητα και το θέμα «Swiss High-Quality Dividends».
Αισιόδοξο σενάριο: EuroStoxx 50 στις 7.400 μονάδες
Στο θετικό της σενάριο, η UBS θέτει στόχο για τον δείκτη EuroStoxx 50 στις 7.400 μονάδες έως τον Ιούνιο του 2027.
Το σενάριο αυτό βασίζεται σε ένα νέο επενδυτικό κύμα που θα τροφοδοτηθεί από την τεχνητή νοημοσύνη, την ηλεκτροποίηση και τις αμυντικές δαπάνες, σε ταχύτερη επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ανάπτυξης μέσω της ομαλοποίησης των ενεργειακών ροών, σε ενδεχόμενη ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, καθώς και σε πιο υποστηρικτικές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές διεθνώς.
Παράλληλα, η πρόοδος σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η αυξημένη τοποθέτηση αμερικανικών και ασιατικών κεφαλαίων σε ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσαν να περιορίσουν το υφιστάμενο επενδυτικό discount της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ.
Αρνητικό σενάριο: EuroStoxx 50 στις 4.700 μονάδες
Στο δυσμενές σενάριο, η UBS προβλέπει υποχώρηση του EuroStoxx 50 στις 4.700 μονάδες έως τον Ιούνιο του 2027.
Οι βασικοί κίνδυνοι περιλαμβάνουν παρατεταμένες διαταραχές στις ενεργειακές ροές, απογοητευτικές εξελίξεις στις επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, αναζωπύρωση εμπορικών συγκρούσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης ή μεταξύ Ευρώπης και Κίνας, καθώς και τη συνέχιση των διαρθρωτικών πιέσεων από τον κινεζικό ανταγωνισμό, το υψηλό ενεργειακό κόστος και την αδύναμη ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας.
Επιπλέον, η τράπεζα προειδοποιεί ότι η πολιτική αβεβαιότητα ενδέχεται να επιστρέψει στην Ευρώπη ενόψει του πυκνού εκλογικού κύκλου του 2027.






































