Μπροστά σε μία από τις μεγαλύτερες αναδιαρθρώσεις της ιστορίας της βρίσκεται η Volkswagen, με τα σχέδια για κλείσιμο εργοστασίων στη Γερμανία και περικοπές έως και 100.000 θέσεων εργασίας να αναδεικνύουν για ακόμη μία φορά το μοναδικό μοντέλο διοίκησης που χαρακτηρίζει τον μεγαλύτερο κατασκευαστή αυτοκινήτων της Ευρώπης.
Ένα θεσμικό πλαίσιο που για δεκαετίες εξασφαλίζει ισχυρό λόγο τόσο στους εργαζόμενους όσο και στο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας, καθιστώντας κάθε μεγάλη αλλαγή ιδιαίτερα δύσκολη.
Volkswagen: Ο νόμος που κάνει τη διαφορά
Στην καρδιά αυτής της ιδιαιτερότητας βρίσκεται ο λεγόμενος «Νόμος της Volkswagen», ο οποίος θεσπίστηκε το 1960, όταν η εταιρεία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, εξηγεί το Reuters.
Οι ρίζες του, ωστόσο, εντοπίζονται αρκετά νωρίτερα. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Volkswagen πέρασε υπό δημόσια εποπτεία, ενώ το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας διατήρησε σημαντική συμμετοχή στην εταιρεία. Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κατέχει το 20% των δικαιωμάτων ψήφου, γεγονός που της επιτρέπει να επηρεάζει καθοριστικά τις στρατηγικές αποφάσεις.
Το δικαίωμα βέτο σε κρίσιμες αποφάσεις
Ο νόμος περιλαμβάνει δύο βασικές προβλέψεις που διαφοροποιούν τη Volkswagen από τις περισσότερες εισηγμένες εταιρείες.
Πρώτον, οι αποφάσεις που συνήθως απαιτούν πλειοψηφία 75% πρέπει να εγκριθούν από ποσοστό άνω του 80%, επιτρέποντας στην Κάτω Σαξονία να μπλοκάρει κρίσιμες αλλαγές.
Παράλληλα, κάθε απόφαση που αφορά την κατασκευή ή τη μεταφορά παραγωγικής μονάδας χρειάζεται την έγκριση των δύο τρίτων του 20μελούς εποπτικού συμβουλίου.
Δεδομένου ότι οι δέκα εκπρόσωποι των εργαζομένων διαθέτουν τις μισές έδρες, μπορούν ουσιαστικά να ασκήσουν βέτο σε σχέδια που επηρεάζουν τα εργοστάσια και την απασχόληση.
Ένα περίπλοκο ιδιοκτησιακό μοντέλο
Η δομή της Volkswagen είναι εξίσου σύνθετη. Η εταιρεία διαθέτει δύο κατηγορίες μετοχών, κοινές και προνομιούχες, ενώ βασικός μέτοχος είναι η Porsche SE, η επενδυτική εταιρεία των οικογενειών Porsche και Piech.
Η Porsche SE κατέχει το 31,9% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου, αλλά ελέγχει το 53,3% των δικαιωμάτων ψήφου.
Η Κάτω Σαξονία διαθέτει το 20% των ψήφων, ενώ το Κατάρ ελέγχει το 17%, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη ισορροπία δυνάμεων.
Οι επικρίσεις για τη διακυβέρνηση
Το μοντέλο αυτό αποτελεί εδώ και χρόνια αντικείμενο κριτικής από επενδυτές, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι περιορίζει την ευελιξία της διοίκησης και ενισχύει την επιρροή συγκεκριμένων μετόχων.
Οι προβληματισμοί εντάθηκαν και λόγω της διπλής ιδιότητας που διατηρούσε μέχρι τις αρχές του έτους ο διευθύνων σύμβουλος Oliver Blume, ως επικεφαλής τόσο της Volkswagen όσο και της Porsche. Παρά την αποχώρησή του από τη δεύτερη θέση, οι ανησυχίες για τη διακυβέρνηση παραμένουν, ενώ η αβεβαιότητα σχετικά με τη διαδοχή στις οικογένειες Porsche και Piech συνεχίζει να επηρεάζει το επενδυτικό κλίμα και τη χρηματιστηριακή πορεία της Volkswagen.





































