Στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1986 υποχώρησε το γιεν έναντι του δολαρίου τροφοδοτώντας τις προσδοκίες ότι πλησιάζει παρέμβαση από το Τόκιο, με την υπουργό Οικονομικών της Ιαπωνίας Σατσούκι Καταγιάμα να επαναλαμβάνει ότι οι αρχές είναι έτοιμες να αντιδράσουν κατάλληλα ανά πάσα στιγμή, αλλά απέφυγε την πιο σκληρή ρητορική.
Η αδυναμία του γιεν είναι ένας πονοκέφαλος για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής της Ιαπωνίας καθώς αυξάνει τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων και το κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών.
Ένα ηχηρό σήμα ήλθε στα τέλη του Απριλίου, όταν το γιεν υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2ο24. Οι αρχές αντέδρασαν δαπανώντας σχεδόν 74 δισ. ποσό ρεκόρ για περίοδο ενός μήνα για να στηρίξουν το νόμισμα, πυροδοτώντας μια απότομη ανάκαμψη. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν βραχύβιο.
Η σημερινή υποχώρηση σήμανε συναγερμό στους επενδυτές καθώς η προσοχή τους στρέφεται στο υπουργείο Οικονομικών και στην πιθανότητα να αξιοποιήσει τα συναλλαγματικά αποθέματα που ανέρχονταν σε 1,09 τρισ. δολάρια στα τέλη Μαΐου.
Το Bloomberg έχει δημιουργήσει έναν οδηγού που εξηγεί γιατί υποχωρεί το γιεν, τι σημαίνουν οι προσπάθειες στήριξης του και πόσο αποτελεσματικές είναι.
Γιατί το γιεν είναι αδύναμο
Αρκετοί παράγοντες επηρεάζουν το γιεν. Ο κυριότερος είναι το χάσμα μεταξύ των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων της Ιαπωνίας και εκείνων στις ΗΠΑ και άλλες μεγάλες οικονομίες, το οποίο έχει ενθαρρύνει τους επενδυτές να δανείζονται φθηνά σε γιεν και να επενδύουν σε περιουσιακά στοιχεία υψηλότερης απόδοσης στο εξωτερικό (carry trade).
Οι εκροές κεφαλαίων που προέκυψαν ασκούν συνεχή πίεση στο ιαπωνικό νόμισμα. Αν και η Τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε τον Ιούνιο το βασικό επιτόκιο στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 31 ετών το επιτόκιο αυτό παραμένει χαμηλό σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα.
Στις δυσμενείς συνθήκες προστίθενται οι ανησυχίες των επενδυτών σχετικά με τις δημοσιονομικές προοπτικές της Ιαπωνίας. Το υψηλό δημόσιο χρέος, που υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ, είναι το υψηλότερο μεταξύ των μεγάλων οικονομιών ενώ το επίμονο δημοσιονομικό έλλειμμα έχει προκαλέσει ανησυχίες ότι η ιαπωνική κυβέρνηση δαπανά πέραν των δυνατοτήτων της. Αυτό μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στα ιαπωνικά περιουσιακά στοιχεία και στο γιεν.

Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν έχει επίσης ασκήσει πιέσεις στο γιεν. Η Ιαπωνία εισάγει σχεδόν όλη την ενέργειά της, με περισσότερο από το 95% των εισαγωγών πετρελαίου να προέρχεται από τη Μέση Ανατολή, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε αναταραχές στην περιοχή.
Οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου σημαίνουν ότι η Ιαπωνία πρέπει να πληρώνει περισσότερα σε δολάρια για εισαγωγές ενέργειας ενισχύοντας τη ζήτηση για ξένο νόμισμα εις βάρος του γιεν.
Ο αυξανόμενος παγκόσμιος πληθωρισμός που προκύπτει από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει επίσης μετατοπίσει τις προσδοκίες γύρω από την πορεία των επιτοκίων των ΗΠΑ -από μειώσεις σε αυξήσεις – καθιστώντας τα περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια ακόμη πιο ελκυστικά, υπονομεύοντας περαιτέρω το τοπικό νόμισμα.
Γιατί η αδυναμία του γιεν αποτελεί αιτία ανησυχίας
Η πτώση του γιεν τα τελευταία δέκα χρόνια έχει βοηθήσει να γίνει η Ιαπωνία ένας προσιτός για εκατομμύρια τουρίστες ταξιδιωτικός προορισμός, ενώ παράλληλα ενισχύει τα κέρδη των μεγαλύτερων εξαγωγέων της χώρας. Αλλά σε μια οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εισαγόμενη ενέργεια και πρώτες ύλες, το αδύναμο γιεν έχει επίσης αυξήσει το κόστος, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό για τα νοικοκυριά και συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους για τις εγχώρια επικεντρωμένες επιχειρήσεις.
Η προκύπτουσα κρίση κόστους ζωής συνέβαλε στην πτώση δύο πρωθυπουργών πριν αναλάβει τα καθήκοντά της η Σανάε Τακαΐτσι.
Πέρα από τις εγχώριες παραμέτρους, υπάρχει ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση της Ιαπωνίας μπορεί να θέλει να υποστηρίξει ένα ισχυρότερο γιεν.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα επικρίνει το αδύναμο νόμισμα της Ιαπωνίας, υποστηρίζοντας ότι δίνει στους Ιάπωνες κατασκευαστές ένα αθέμιτο εμπορικό πλεονέκτημα. Αυτό το ζήτημα έχει προκύψει στις εμπορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών.
Τι μπορεί να γίνει για να στηριχθεί το γεν
Η Ιαπωνία έχει μια σειρά από επιλογές για να επιβραδύνει την πτώση του γεν. Η παρέμβαση είναι το πιο άμεσο εργαλείο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής. Τέτοιες ενέργειες σηματοδοτούν ότι οι αξιωματούχοι δεν θα ανεχθούν υπερβολικές κινήσεις νομισμάτων και μπορούν να αποτρέψουν τους κερδοσκόπους από το να ωθήσουν ένα νόμισμα σε ελεύθερη πτώση ή να προκαλέσουν μια ταχεία άνοδο.
Η Ιαπωνία έχει παρέμβει έντονα στις αγορές συναλλάγματος όλα αυτά τα χρόνια για να επηρεάσει το γιεν. Ιστορικά, επεδίωκαν να αποδυναμώσουν το γιεν. Τώρα έχουν αλλάξει και στοχεύουν στην ενίσχυση του.
Πριν από την παρέμβαση του Απριλίου, οι τελευταίες τέτοιες επιχειρήσεις έγιναν το 2024, όταν η κυβέρνηση δαπάνησε σχεδόν 100 δισ. δολάρια αγοράζοντας γιεν για να στηρίξει το νόμισμα.
Και οι τέσσερις παρεμβάσεις εκείνο το έτος πραγματοποιήθηκαν όταν η συναλλαγματική ισοτιμία ήταν περίπου 160 γιεν ανά δολάριο, εδραιώνοντας αυτό το επίπεδο ως μια άτυπη κόκκινη γραμμή που πυροδοτεί την παρέμβαση. Οι αρχές δεν χρειάζεται πάντα να αγοράζουν ή να πωλούν γιεν για να επηρεάσουν τις συναλλαγές.
Μερικές φορές πριν – ή αντί – της άμεσης παρέμβασης, ανώτεροι αξιωματούχοι καταφεύγουν σε προφορικές παρεμβάσεις, προειδοποιώντας τους κερδοσκόπους ότι οι υπερβολικές κινήσεις δεν γίνονται αποδεκτές.
Οι αναφορές στην «ανάληψη δράσης» υποδηλώνουν ότι η παρέμβαση είναι κοντά.
Πώς λειτουργεί η παρέμβαση στο νόμισμα
Η Ιαπωνία είναι συμβαλλόμενο μέρος διεθνών συμβάσεων που ορίζουν ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες θα πρέπει γενικά να καθορίζονται από τις αγορές.
Ταυτόχρονα, τα μέλη της G20 αναγνωρίζουν ότι οι υπερβολικές ή άτακτες κινήσεις των νομισμάτων μπορούν να απειλήσουν την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δίνοντας στις κυβερνήσεις περιθώριο παρέμβασης όταν η αστάθεια αυξάνεται.
Στην Ιαπωνία, το υπουργείο Οικονομικών αποφασίζει πότε θα παρέμβει και η Τράπεζα της Ιαπωνίας εκτελεί την επιχείρηση μέσω ενός μικρού αριθμού εμπορικών τραπεζών. Αυτές οι τράπεζες είτε αγοράζουν γιεν και πωλούν δολάρια για να ενισχύσουν το τοπικό νόμισμα, είτε το αντίστροφο για να το αποδυναμώσουν.
Η κλίμακα των συναλλαγών εξαρτάται από το πόσο αντίκτυπο επιδιώκει το υπουργείο και πόσο γρήγορα αντιδρά η αγορά. Τα δολάρια που χρησιμοποιούνται για την αγορά γιεν προέρχονται συνήθως από τα συναλλαγματικά αποθέματα της Ιαπωνίας με τη μορφή μετρητών ή ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου.
Για να κρατήσουν τους traders σε αγωνία, οι αξιωματούχοι συχνά αρνούνται να επιβεβαιώσουν αμέσως την παρέμβαση. Αντ’ αυτού, το υπουργείο Οικονομικών αποκαλύπτει το ποσό που δαπανήθηκε για παρέμβαση στο τέλος κάθε μήνα.
Η δημιουργία αμφιβολίας και φόβου για απώλειες στην αγορά είναι μέρος της στρατηγικής της κυβέρνησης, γεγονός που καθιστά τα σχόλια των αξιωματούχων ιδιαίτερα ισχυρά.
Πόσο αποτελεσματική είναι η παρέμβαση στο νόμισμα
Όταν η Ιαπωνία παρεμβαίνει στις αγορές συναλλάγματος, ο άμεσος αντίκτυπος είναι συνήθως έντονος. Προηγούμενα επεισόδια δείχνουν ότι το γiεν ενισχύεται κατά περίπου 2 γιεν έναντι του δολαρίου μέσα σε δευτερόλεπτα και κατά 4 έως 5 γιεν μέσα σε ώρες.
Ωστόσο, ο αντίκτυπος είναι συχνά μόνο προσωρινός, εκτός εάν αντιμετωπιστούν και τα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη που οδηγούν την τάση.
Τα συναλλαγματικά αποθέματα προορίζονται για την προστασία της οικονομίας κατά τη διάρκεια σημαντικών οικονομικών κρίσεων ή απρόβλεπτων γεγονότων, όχι για να στηρίξουν το νόμισμα επ’ αόριστον.
Αν και η παρέμβαση μπορεί να αγοράσει χρόνο μέχρι να αλλάξει η δυναμική της αγοράς, η μονομερής παρέμβαση είναι απίθανο να αντιστρέψει μια ευρύτερη τάση της αγοράς. Τα όρια της παρέμβασης φάνηκαν νωρίτερα μέσα στο έτος, όταν οι αρχές παρενέβησαν στις 30 Απριλίου, και ενδεχομένως και τις επόμενες ημέρες.
Ενώ το αποτέλεσμα ήταν άμεσο και έντονο – με το γiεν να ενισχύεται απότομα έναντι του δολαρίου – το ράλι σύντομα εξασθενούσε. Στις αρχές Ιουνίου, το νόμισμα είχε αποδυναμωθεί για άλλη μια φορά σε περίπου 160 ανά δολάριο, πριν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο των 40 ετών των 162,40 μέχρι το τέλος του μήνα.

Μπορούν οι αρχές να συνεχίσουν να παρεμβαίνουν για να στηρίξουν το γεν;
Το ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να παρεμβαίνει, αλλά αν και πότε έχει νόημα να το πράξει. Τα συναλλαγματικά αποθέματα ύψους 1,09 τρισ. δολαρίων του υπουργείου Οικονομικών δίνουν στις αρχές άφθονη οικονομική ισχύ, αλλά οι επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις μπορεί να μην είναι χρήσιμες αν δεν αλλάξουν την υποκείμενη δυναμική της αγοράς.
Υπάρχουν και άλλες σκέψεις που πρέπει επίσης να λάβουν υπόψη οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής. Οι απότομες κινήσεις που προκαλούνται από άμεση παρέμβαση μπορούν να δημιουργήσουν πονοκεφάλους στις επιχειρήσεις που προσπαθούν να τιμολογήσουν αγαθά, να πραγματοποιήσουν πληρωμές και να αντισταθμίσουν τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
Μπορούν επίσης να προκαλέσουν τεράστιες ζημίες σε traders που στοιχηματίζουν ότι το νόμισμα θα συνεχίσει να κινείται προς την προηγούμενη κατεύθυνση.
Για την κυβέρνηση, η παρέμβαση ενέχει επίσης πολιτικούς και διπλωματικούς κινδύνους. Μπορεί να προκαλέσει κριτική για χειραγώγηση του νομίσματος, αν και αυτό τείνει να είναι πιο πιθανό όταν η παρέμβαση στοχεύει στην αποδυνάμωση του γιεν, μια κατεύθυνση που μπορεί να βοηθήσει τους εξαγωγείς στο εμπόριο.
Αυτή η κατηγορία είναι πιο δύσκολο να αμφισβητηθεί όταν η κυβέρνηση ενεργεί για να υποστηρίξει το γιεν.
Μπορούν οι αρχές να ενισχύσουν το γιεν με άλλους τρόπους;
Πέρα από την άμεση παρέμβαση, η Ιαπωνία θα μπορούσε να προσπαθήσει να καταπολεμήσει το αδύναμο γιεν αντιμετωπίζοντας ευρύτερα νομισματικά και οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη. Θεωρητικά, η αυστηρότερη νομισματική πολιτική θα πρέπει να βοηθήσει μειώνοντας τη διαφορά επιτοκίων με τις ΗΠΑ, καθιστώντας τα περιουσιακά στοιχεία που είναι εκφρασμένα σε γιεν πιο ελκυστικά.
Στην πράξη, ωστόσο, η διαφορά στα επιτόκια πολιτικής μεταξύ των δύο οικονομιών έχει ήδη συρρικνωθεί σε λιγότερο από το μισό από αυτό που ήταν λίγο πριν η Τράπεζα της Ιαπωνίας τερματίσει το καθεστώς αρνητικών επιτοκίων τον Μάρτιο του 2024, ωστόσο το γιεν συνέχισε να υποχωρεί.
Άλλα μέτρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την ενθάρρυνση των εταιρειών να επαναπατρίσουν κεφάλαια και να επενδύσουν περισσότερο στην Ιαπωνία.
Οι μεγαλύτερες εγχώριες επενδύσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν τη ζήτηση για περιουσιακά στοιχεία σε γιεν, ενώ η ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη θα μπορούσε να κάνει την Ιαπωνία πιο ελκυστική για τους ξένους επενδυτές με την πάροδο του χρόνου.
Η δημοσιονομική μεταρρύθμιση, όπως ο περιορισμός των κυβερνητικών δαπανών και η μείωση του αυξανόμενου εθνικού χρέους εκτιμάτια ότι θα στηρίξει το γιεν μακροπρόθεσμα, αυξάνοντας την εμπιστοσύνη στα δημόσια οικονομικά της Ιαπωνίας και βελτιώνοντας την ελκυστικότητα των ιαπωνικών περιουσιακών στοιχείων.
Ωστόσο, τα περισσότερα από αυτά τα μέτρα πιθανότατα θα χρειαστούν χρόνο για να αποδώσουν καρπούς.
Ποια είναι η στάση των ΗΠΑ απέναντι σε ένα αδύναμο γεν
Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι είναι ευαίσθητοι στην υπερβολική αδυναμία του γιεν. Τον Ιανουάριο, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης επικοινώνησε με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκ μέρους του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ για να ρωτήσει για τη συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου-γιεν, μια κίνηση που στη συνέχεια πυροδότησε μια απότομη ανάκαμψη του νομίσματος.
Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατηγορεί εδώ και καιρό την Ιαπωνία ότι οδήγησε το γιεν χαμηλότερα για να αποκτήσει εμπορικό πλεονέκτημα. Τον Μάρτιο του περασμένου έτους, υιοθέτησε μια πιο αντιπαραθετική στάση, προτείνοντας δασμούς σε ιαπωνικά προϊόντα ως απάντηση.

Ενώ η Ιαπωνία περιλαμβάνεται στον «κατάλογο παρακολούθησης» του υπουργείου Οικονομικών για πρακτικές συναλλάγματος, δεν πληροί όλα τα κριτήρια για να χαρακτηριστεί ως χειραγωγός νομίσματος.
Τον Σεπτέμβριο, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία εξέδωσαν κοινή δήλωση στην οποία δήλωναν ότι οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να περιορίζεται στην αντιμετώπιση της υπερβολικής μεταβλητότητας ή των άτακτων κινήσεων της αγοράς και όχι στην εξασφάλιση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.
Στην πράξη, το πλαίσιο αυτό δίνει στην Ιαπωνία κάποιο περιθώριο δράσης εάν χρειαστεί. Οποιαδήποτε τέτοια κίνηση, ωστόσο, συνήθως θα κοινοποιείται στις αρχές των ΗΠΑ εκ των προτέρων και, εάν αποσκοπεί στην ενίσχυση του νομίσματος, πιθανότατα θα γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από την Ουάσινγκτον.
Ωστόσο, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, πρόσφατα ξεκαθάρισε την προτιμώμενη λύση του, υπαινισσόμενος ότι θα πρέπει να επιτραπεί στην Τράπεζα της Ιαπωνίας να αυξήσει τα επιτόκια και να αφήσει το γιεν να φτάσει σε ένα κατάλληλο επίπεδο.






































