Το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας, επιβεβαιώνουν τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για την κατάσταση των κατοικιών στην Ευρώπη, καθώς η μη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κατοικιών σημαίνει στην πραγματικότητα ότι είναι κρύες τον χειμώνα και ζεστές το καλοκαίρι. Αλλά ακόμα και αν οι πολίτες καταφέρνουν να διατηρούν τα σπίτια τους δροσερά το καλοκαίρι και ζεστά τον χειμώνα, αυτό γίνεται με μεγάλη κατανάλωση υψηλής ενέργειας, άρα με υψηλό κόστος σε χρήμα.
H Ολλανδία (60,5 %) παρουσίασε το υψηλότερο ποσοστό του πληθυσμού που ανέφερε βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση της κατοικίας του κατά τα προηγούμενα 5 έτη
Η Ελλάδα συμπεριλαμβάνεται στις τρεις τελευταίες χώρες της ΕΕ από την άποψη των βελτιώσεων στην ενεργειακή απόδοση των κατοικιών κατά τα προηγούμενα 5 έτη, με μόλις 9,5% να αναφέρει βελτίωση.
Επίσης η χώρα μας είναι ουραγός όσον αφορά στο ποσοστό του πληθυσμού (9,5%) που ανέφερε βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση της κατοικίας του την τελευταία πενταετία αλλά και μεταξύ των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, όπου μόλις 7,9% ανέφερε ότι η ενεργειακή απόδοση της κατοικίας τους είχε βελτιωθεί τα τελευταία 5 χρόνια.
Τέλος μεταξύ ενοικιαστών αλλά και ιδιοκτητών, η Ελλάδα βρέθηκε και πάλι στην τελευταία θέση της ΕΕ όσον αφορά στις βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση της κατοικίας τους τα τελευταία 5 χρόνια με ποσοστά 6,3% και 10,9% αντίστοιχα.
Τα συνολικά στοιχεία της Eurostat
Συγκεκριμένα σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025, το 23,9 % του πληθυσμού της ΕΕ δήλωσε ότι ζούσε σε κατοικία στην οποία είχε βελτιωθεί η ενεργειακή απόδοση τα τελευταία 5 χρόνια (Διάγραμμα 1). Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση κατά 1,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2023 (25,8 %).
Μεταξύ του 2023 και του 2025, 11 χώρες της ΕΕ ανέφεραν αύξηση, ενώ 15 ανέφεραν μείωση. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις παρατηρήθηκαν στην Κύπρο, την Αυστρία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και το Λουξεμβούργο, ενώ οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν στην Εσθονία, τη Σλοβακία, την Κροατία, την Ιταλία και τη Λιθουανία.
Το 2025, η Ολλανδία (60,5 %) παρουσίασε το υψηλότερο ποσοστό του πληθυσμού που ανέφερε βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση της κατοικίας του κατά τα προηγούμενα 5 έτη, ακολουθούμενη από τη Δανία (34,0 %), τη Γαλλία και τη Σλοβενία (και οι δύο με 33,3 %). Στο αντίθετο άκρο της κλίμακας, η Ιταλία (2,6 %) παρουσίασε το χαμηλότερο ποσοστό, ακολουθούμενη από τη Μάλτα (7,8 %) και την Ελλάδα (9,5 %).

Διάγραμμα 1
Κίνδυνος φτώχειας και βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση κατοικιών
Το 2025, το 17,4 % των ατόμων στην ΕΕ που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανέφεραν ότι η ενεργειακή απόδοση της κατοικίας τους είχε βελτιωθεί τα τελευταία 5 χρόνια, σε σύγκριση με το 25,6 % μεταξύ εκείνων που δεν διατρέχουν κίνδυνο (Διάγραμμα 2).
Η Ολλανδία παρουσίασε το υψηλότερο ποσοστό ατόμων που ανέφεραν βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση της κατοικίας τους τα τελευταία 5 χρόνια, τόσο μεταξύ των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (45,3 %) όσο και μεταξύ εκείνων που δεν διατρέχουν τέτοιο κίνδυνο (63,3 %).
Μεταξύ των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, η Αυστρία (30,4 %), η Πολωνία (28,8 %) και η Εσθονία (28,1 %) παρουσίασαν τα αμέσως υψηλότερα ποσοστά, ενώ η Ιταλία (1,5 %), η Μάλτα (2,9 %) και η Ελλάδα (7,9 %) παρουσίασαν τα χαμηλότερα.
Όσον αφορά τα άτομα που δεν διατρέχουν κίνδυνο, την Ολλανδία ακολουθούσαν η Δανία (36,4 %), η Γαλλία (35 %) και η Πορτογαλία (34,7 %), ενώ η Ιταλία (2,9 %), η Μάλτα (9,0 %) και η Ελλάδα (10,1 %) παρουσίαζαν τα χαμηλότερα ποσοστά για την εν λόγω ομάδα.
Το μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ αυτών των δύο ομάδων παρατηρήθηκε στην Ολλανδία (18 ποσοστιαίες μονάδες), ακολουθούμενη από την Κύπρο (13,6 ποσοστιαίες μονάδες), τη Δανία (13,5 ποσοστιαίες μονάδες) και το Λουξεμβούργο (12,6 ποσοστιαίες μονάδες).

Διάγραμμα 2
Λιγότερες βελτιώσεις ενεργειακής απόδοσης για ενοικιαστές και κατοίκους διαμερισμάτων
Το 2025, το 16,7 % των ενοικιαστών (περίπου 1 στους 7) στην ΕΕ ανέφερε βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση της κατοικίας τους τα τελευταία 5 χρόνια, σε σύγκριση με το 26,9 % των ιδιοκτητών.
Μεταξύ των ενοικιαστών, το υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκε στην Ολλανδία (39,9 %), ενώ έπονται η Σλοβενία (28,5 %), η Αυστρία (27,9 %), η Εσθονία (25,3 %) και η Πορτογαλία (25,2 %), ενώ η Ιταλία (1,7 %), η Μάλτα (5,3 %) και η Ελλάδα (6,3 %) παρουσίασαν τα χαμηλότερα ποσοστά.
Μεταξύ των ιδιοκτητών, η Ολλανδία κατέγραψε και πάλι το υψηλότερο ποσοστό (69,7%), ακολουθούμενη από τη Δανία (42,9%), τη Σουηδία (39,6%), τη Γαλλία (39,1%) και το Βέλγιο (36,3%), ενώ η Ιταλία (2,8%), η Μάλτα (8,7%) και η Ελλάδα (10,9%) παρουσίασαν και σε αυτή την περίπτωση τα χαμηλότερα ποσοστά.
Οι μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών παρατηρήθηκαν στην Ολλανδία (29,8 ποσοστιαίες μονάδες), την Ιρλανδία (23,3 ποσοστιαίες μονάδες), τη Σουηδία (23,0 ποσοστιαίες μονάδες) και τη Δανία (21,6 ποσοστιαίες μονάδες).
Το 2025, το 16,6 % των ατόμων που ζούσαν σε διαμερίσματα στην ΕΕ ανέφεραν ότι η ενεργειακή απόδοση των κατοικιών τους είχε βελτιωθεί τα τελευταία 5 χρόνια, σε σύγκριση με το 30,5 % των ατόμων που ζούσαν σε μονοκατοικίες.
Η Πορτογαλία (34,1 %), η Ολλανδία (33,4 %), η Αυστρία και η Σλοβενία (και οι δύο με 28,3 %) παρουσίασαν τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων που ζούσαν σε διαμερίσματα με βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση, ενώ η Ιταλία (2,6 %), η Μάλτα (6,8 %) και η Ελλάδα (8,3 %) παρουσίασαν τα χαμηλότερα.
Μεταξύ των ατόμων που ζούσαν σε μονοκατοικίες, η Ολλανδία (68,3 %) παρουσίασε το υψηλότερο ποσοστό, ακολουθούμενη από τη Σουηδία (43,7 %), τη Δανία (40,2 %) και το Λουξεμβούργο (39,2 %), ενώ η Ιταλία (2,6 %), η Μάλτα (9,6 %) και η Ελλάδα (11,4 %) παρουσίασαν τα χαμηλότερα.
Οι μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των ατόμων που ζούσαν σε μονοκατοικίες και εκείνων που ζούσαν σε διαμερίσματα παρατηρήθηκαν στην Ολλανδία (34,9 ποσοστιαίες μονάδες), τη Σουηδία (24,8 ποσοστιαίες μονάδες) και το Λουξεμβούργο (23,4 ποσοστιαίες μονάδες).
Ενεργειακή φτώχεια και έτος κατασκευής
Το 2025, το ποσοστό των ατόμων στην ΕΕ που δεν μπορούσαν να θερμάνουν επαρκώς την κατοικία τους ήταν χαμηλότερο (4,8 %) μεταξύ όσων διέμεναν σε κατοικίες που χτίστηκαν το 2011 ή αργότερα (Διάγραμμα 3). Τα άτομα που ζούσαν σε κατοικίες που χτίστηκαν μεταξύ 2001 και 2010 ανέφεραν το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό (7,2%), ακολουθούμενα από εκείνα που ζούσαν σε κατοικίες που χτίστηκαν μεταξύ 1981 και 2000 (8,9%), μεταξύ 1961 και 1980 (9,8%) και το 1960 ή νωρίτερα (10,1%).
Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και για τα άτομα που δεν διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού: τα χαμηλότερα ποσοστά ατόμων που δεν μπορούν να θερμάνουν επαρκώς το σπίτι τους καταγράφηκαν μεταξύ των ατόμων που ζουν σε κατοικίες που χτίστηκαν το 2011 ή αργότερα (2,9%) και μεταξύ του 2001 και του 2010 (4,1%). Όσον αφορά τα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο, το ποσοστό ήταν χαμηλότερο για όσους ζούσαν σε κατοικίες που χτίστηκαν το 2011 και μετά (15,8 %), ενώ τα άτομα που ζούσαν σε παλαιότερες κατοικίες ανέφεραν ποσοστά μεταξύ 23,9 % και 24,3 %.

Διάγραμμα 3
Kαθυστερήσεις πληρωμής λογαριασμών κοινής ωφέλειας και συσχέτιση με κτίρια πιο πρόσφατης κατασκευής
Το ποσοστό των ατόμων που ζούσαν σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις στην πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφέλειας ήταν το χαμηλότερο (5,2%) μεταξύ των ατόμων που διαμένουν σε κατοικίες που χτίστηκαν το 2011 ή αργότερα (Διάγραμμα 4). Τα άτομα που ζούσαν σε κατοικίες που χτίστηκαν μεταξύ 2001 και 2010 παρουσίασαν το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό (6,2%), ακολουθούμενα από εκείνα που ζούσαν σε κατοικίες που χτίστηκαν μεταξύ 1981 και 2000 (6,7%), το 1960 ή νωρίτερα (6,9%) και μεταξύ 1961 και 1980 (7,9%).
Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και για τα άτομα που δεν διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού: το χαμηλότερο ποσοστό όσων είχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφέλειας καταγράφηκε για τα άτομα που ζούσαν σε κατοικίες που χτίστηκαν το 2011 και μετά (3,2%), ακολουθούμενα από εκείνα που ζούσαν σε κατοικίες που χτίστηκαν μεταξύ 2001 και 2010, καθώς και σε κατοικίες που χτίστηκαν το 1960 ή νωρίτερα (και τα δύο 3,5%).
Όσον αφορά τα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο, το ποσοστό όσων είχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφέλειας ήταν χαμηλότερο για όσους ζούσαν σε κατοικίες που χτίστηκαν το 2011 ή αργότερα (16,6 %) και σε εκείνες που χτίστηκαν το 1960 ή νωρίτερα (17,6 %), ενώ όσοι ζούσαν σε άλλες κατοικίες παρουσίαζαν υψηλότερα ποσοστά (μεταξύ 19,1 % και 20,7 %).

Διάγραμμα 4









![Οι 10 εταιρείες με τα μεγαλύτερα ταμειακά διαθέσιμα στον κόσμο [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/cash-1-300x300.png)




![Οι 10 εταιρείες με τα μεγαλύτερα ταμειακά διαθέσιμα στον κόσμο [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/cash-1.png)


















![Ελαιόλαδο: Η ελιά απέναντι στην κλιματική κρίση – Απώλειες και αβεβαιότητα [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/10/elaiolado.2023.jpg)





