Πολιτική είναι η διαχείριση των συμβόλων, έλεγε ο Φρανσουά Μιτεράν. Και ένας από τους ιστορικούς συμβολισμούς της 14ετούς θητείας του «tonton» στη γαλλική Προεδρία ήταν ο φόρος τιμής που απένειμε πιασμένος χέρι-χέρι με τον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ το 1984 στο μνημείο των πεσόντων στο Βερντέν, στον τόπο διεξαγωγής μιας από τις δραματικότερες και φονικότερες μάχες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (πάνω από 700.000 νεκροί και τραυματίες Γάλλοι και Γερμανοί στρατιώτες σε 10 μήνες εχθροπραξιών).
Είκοσι δύο χρόνια νωρίτερα, το 1962, ο Σαρλ Ντε Γκολ και ο Κόνραντ Αντενάουερ είχαν εγκαινιάσει μια νέα εποχή στις σχέσεις των γειτονικών χωρών που πρωταγωνίστησαν στις δύο πολεμικές συρράξεις που αιματοκύλισαν την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο τον 20ό αιώνα. Η συνάντηση Ντε Γκολ-Αντενάουερ του 1962 σηματοδότησε τη συμφιλίωση των αντιπάλων θέτοντας τις βάσεις για την υπογραφή της Συνθήκης των Ηλυσίων και τη δημιουργία του περίφημου γαλλογερμανικού άξονα που «κινεί» έκτοτε θεσμικά, πολιτικά και οικονομικά την Ευρώπη.
Οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων της ηπειρωτικής Ευρώπης είχαν συναντηθεί στο Παλάτι του Αουγκούστουσμπουργκ, έναν πύργο του 18ου αιώνα σε ρυθμό ροκοκό που βρίσκεται στο Μπριλ της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, κοντά στην Κολονία, και είναι σήμερα ένα μνημείο που προστατεύεται από την UNESCO. Στο πανέμορφο αυτό κάστρο συναντήθηκαν την περασμένη Παρασκευή και οι σημερινοί ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας, ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Φρίντριχ Μερτς, για να ανανεώσουν τις σχέσεις φιλίας και να αναθερμάνουν την αμυντική συνεργασία των χωρών τους που είχαν θεμελιώσει 64 χρόνια νωρίτερα οι Ντε Γκολ και Αντενάουερ.
Η ανάπτυξη κοινών οικονομικών συμφερόντων για την εδραίωση της ειρήνης στην πολύπαθη Γηραιά Ήπειρο ήταν εξάλλου η βαθύτερη αιτία για να δημιουργηθεί το 1957 η εξαμελής, τότε, Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Με πρωταγωνίστριες επίσης τη Γαλλία και τη Γερμανία.
Παραμελημένη φιλία
Αν ο κεντρικός σκοπός των Ντε Γκολ και Αντενάουερ ήταν η γαλλογερμανική συμφιλίωση και η ειρήνη, έξι δεκαετίες μετά ο κεντρικός σκοπός των Μακρόν και Μερτς είναι η αναθέρμανση της αμυντικής συνεργασίας των δύο πλευρών στο πλαίσιο μιας αναγκαστικής αμυντικής αυτονόμησης της Ευρώπης μετά τη θεαματική αποδυνάμωση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ), με ευθύνη βέβαια των ΗΠΑ και του Ντόναλντ Τραμπ προσωπικά.
Το Γαλλο-Γερμανικό Συμβούλιο Υπουργών (CMFA) που συνεδρίασε υπό την αιγίδα των δύο ηγετών «θέλησε επίσης να διαλύσει τις αμφιβολίες για την ταραγμένη, μερικές φορές, γαλλογερμανική φιλία μετά την παταγώδη αποτυχία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Αεροπορικής Μάχης (FCAS)», όπως γράφει ο Τιμπό Μαντλέν της «Les Echos». Διότι όλες οι σχέσεις, επαγγελματικές, διπλωματικές, φιλικές, ακόμα και συζυγικές, χρειάζονται φροντίδα και επιμέλεια για να διατηρηθούν «ζωντανές» και λειτουργικές.
Ο ανταποκριτής της γαλλικής εφημερίδας στη Γερμανία υπενθυμίζει ότι «το FCAS, που εγκαταλείφθηκε οριστικά στις αρχές Ιουνίου, είχαν εγκαινιάσει το 2017 ο Εμανουέλ Μακρόν και η Άνγκελα Μέρκελ σε μια συνεδρίαση του CMFA που είχε ως στόχο να εισαγάγει τη σχέση Παρισιού και Βερολίνου σε μια νέα εποχή αμυντικής συνεργασίας».
Δεύτερη στόχευση της γαλλογερμανικής αμυντικής συμφωνίας είναι η κοινή αντιμετώπιση της επελαύνουσας τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία
Πόλεμος και πολιτική
Σχηματικά θα έλεγε κανείς ότι δύο είναι οι κεντρικές στοχεύσεις της γαλλογερμανικής συνάντησης κορυφής στο Παλάτι του Αουγκούστουσμπουργκ. Πρώτον ο πόλεμος, υπό την έννοια αφενός της συνεργασίας για την αντιμετώπιση των νέων γεωπολιτικών προκλήσεων από τα «ορφανά» του ΝΑΤΟ – για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν συνιστά μείζονα απειλή – και αφετέρου ο συντονισμός των επενδύσεων στην αμυντική βιομηχανία, που τόσο το Παρίσι όσο και το Βερολίνο βλέπουν ως σανίδα σωτηρίας για τις τελματωμένες οικονομίες τους.
Διότι οι επενδύσεις στις εταιρείες όπλων θα απορροφήσουν θέσεις εργασίας που καταργούνται σε παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους που έχουν βυθιστεί στην κρίση, όπως είναι η αυτοκινητοβιομηχανία (η VW έχει προαναγγείλει απολύσεις εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων).
Δεύτερη στόχευση της γαλλογερμανικής αμυντικής συμφωνίας είναι η κοινή αντιμετώπιση της επελαύνουσας τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία, Ακροδεξιάς. Καθώς ο Εμανουέλ Μακρόν ετοιμάζεται να αποχωρήσει την επόμενη άνοιξη από την προεδρία, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η γαλλογερμανική συνεργασία που θεσμοθετήθηκε από τη Συνθήκη των Ηλυσίων του 1963 και επεκτάθηκε ουσιαστικότερα στον στρατιωτικό τομέα από τις Γαλλογερμανικές Κοινές Στρατιωτικές Διασκέψεις (CMFA) από το 2003, θα επιβιώσει από τις πολιτικές αβεβαιότητες.
«Και, πάνω απ’ όλα, αν θα αντέξει την εκλογή της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία το 2027 και την άνοδο των Εναλλακτικών (AfD) στη Γερμανία», τονίζει στη «Les Echos» ο Ρολάντ Τάις, βουλευτής της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) και πρόεδρος της γαλλογερμανικής κοινοβουλευτικής ομάδας στην Μπούντεσταγκ (γερμανική Κάτω Βουλή).
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο
«Τι θα απογίνουν οι γαλλογερμανικές σχέσεις υπό την προεδρία της Μαρίν Λεπέν; Ποια θα είναι η ευρωπαϊκή στάση μιας Γερμανίας όπου η Ακροδεξιά κερδίζει έδαφος;» αναρωτιέται ο Γερμανός βουλευτής.
Αυτά τα ζητήματα δεν είναι πλέον περιθωριακά στις συζητήσεις μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου και αντιμετωπίζονται από τις δύο πρωτεύουσες ως απειλές για τη συνεργασία των δύο κομβικών για την ειρήνη (ή για τον πόλεμο, ευτυχώς όχι πια τον μεταξύ τους…) χωρών της Ευρώπης. Η Ακροδεξιά ήταν ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» σε αυτή τη γαλλογερμανική συνάντηση, στην οποία επίσης συμμετείχαν εκτός από τους αρχηγούς των δύο κρατών και οι υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας.
«Επισήμως δεν υπάρχει ζήτημα αντιμετώπισης αυτού του ζητήματος. Αλλά η άνοδος της Ακροδεξιάς προκαλεί ήδη ανησυχία στη Γερμανία», σημειώνει ο ρεπόρτερ της «Les Echos».
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι, παρά την αποκήρυξη από το Βερολίνο της πυρηνικής ενέργειας στο σύνολό της μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα
Πυρηνικές συγκλίσεις
Τα τελευταία χρόνια ο γαλλογερμανικός άξονας έχει γίνει πιο λειτουργικός και παράγει πολιτικές. Ο ανταποκριτής της γαλλικής εφημερίδας προσπερνά το ιδιοτελές «παιχνίδι» που έστησε το Βερολίνο με τη διαχείριση των εμβολίων και εστιάζει στο ότι «η γαλλογερμανική συνεργασία επέτρεψε σημαντικά τη διαχείριση της κρίσης Covid, κατά την οποία ο Εμανουέλ Μακρόν εργάστηκε για ένα τεράστιο σχέδιο ανάκαμψης που χρηματοδοτήθηκε την έκδοση ευρωπαϊκού χρέους (NextGenerationEU)».
Επίσης αναφέρει ότι «από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η Ευρώπη κατάφερε επίσης να διατηρήσει μια κοινή θέση απέναντι τόσο στη Μόσχα όσο και στην Ουάσινγκτον, κάτι που δεν θα ήταν δυνατό χωρίς τη γαλλογερμανική ενότητα».
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι, παρά την αποκήρυξη από το Βερολίνο της πυρηνικής ενέργειας στο σύνολό της μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα (2012), στο Αουγκούστουσμπουργκ η ιδεολογική-ενεργειακή σύγκρουση Βερολίνου-Παρισιού γύρω από την πυρηνική ενέργεια φάνηκε να παραμερίζεται οριστικά καθώς αποφασίστηκε να συμμετάσχει η Γερμανία για πρώτη φορά σε πυρηνική άσκηση της Γαλλίας.
«Στην άμυνα, η Γερμανία παραμένει βαθιά ατλαντική, αλλά σκέφτεται περισσότερο με βάση την ευρωπαϊκή και εθνική κυριαρχία απέναντι σε έναν απρόβλεπτο Αμερικανό πρόεδρο», εξηγεί ο ανταποκριτής Τιμπό Μαντλέν. Ακόμα και στο εμπόριο, «θέλει να διατηρήσει τη σχέση της με την Κίνα, αλλά δεν παραμένει πλέον ανεπηρέαστη από τις γαλλικές εκκλήσεις για κοινή αντίσταση κατά των κινεζικών εισαγωγών που αποδυναμώνουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία».
Ευρωπαϊκή στρατηγική κυριαρχία
Η άφιξη του «γαλλόφιλου» Φρίντριχ Μερτς στη γερμανική Καγκελαρία το Μάιο του 2025 έχει ξαναζωντανέψει τις γαλλογερμανικές σχέσεις. Αλλά «πρέπει να αναγνωρίσει κανείς ότι οι διακηρυγμένες φιλοδοξίες για συνεργασία των μεγάλων δυνάμεων της ΕΕ μόνο εν μέρει έχουν υλοποιηθεί», δήλωσε στη «Les Echos» ο Πολ Μορίς, γενικός γραμματέας της Επιτροπής Μελέτης των Γαλλογερμανικών Σχέσεων (CERFA).
Κατά τον Πολ Μορίς υπάρχουν αρκετοί λόγοι για αυτό. «Στη Γαλλία τα περιθώρια ελιγμών περιορίζονται από τη μεγάλη πολιτική πόλωση, από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και από τη λαϊκή απαίτηση για συγκεκριμένα αποτελέσματα σε ένα αρκετά ασταθές θεσμικό πλαίσιο. Στη Γερμανία, ο κυβερνητικός συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών έχει να αντιμετωπίσει μια κοινή γνώμη που ανησυχεί για το μέλλον του γερμανικού οικονομικού μοντέλου και επίσης δελεάζεται από την λαϊκιστική ρητορική του AfD», εξηγεί ο Γάλλος ειδικός.
Κατά τον Γιάκομπ Ρος, μέλος του Γερμανικού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (DGAP), «ο Εμανουέλ Μακρόν θα καταφέρει τελικά να αφήσει το στίγμα του προωθώντας την έννοια της στρατηγικής κυριαρχίας της Ευρώπης, η οποία υιοθετήθηκε έστω και αργά αλλά έχει κερδίσει έδαφος στο Βερολίνο».
«Η πραγματική τραγωδία για τον Μακρόν είναι ότι χρειάστηκαν εννέα χρόνια από τη γερμανική πλευρά για να συνειδητοποιήσει ότι αυτή ήταν μια βιώσιμη λύση και όχι απλώς μια γαλλική εθνική ιδέα για την ενίσχυση της θέσης και της επιρροής της στις Βρυξέλλες και στην Ευρώπη εν γένει», συμπλήρωσε ο Γερμανός αξιωματούχος που θεωρείται ειδικός περί τα γαλλογερμανικά.
Η εκτίναξη της λαϊκής απήχησης που έχουν τα αντισυστημικά επιχειρήματα του AfD και η πολύ πιθανή προοπτική να πρέπει σε λίγους μήνες να συνδιαλλέγεται για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και την άμυνα και να συνεργάζεται με την εξίσου αντισυστημική (αν και καμουφλαρισμένη) Μαρίν Λεπέν, στέλνουν τον Μερτς ασθμαίνοντα και εν μέσω ιστορικών συμβολισμών στην αγκαλιά του Μακρόν.




































