Εβδομάδα τραπεζικών αποτελεσμάτων είναι αυτή που διανύουμε με τις σχετικές ανακοινώσεις για τα μεγέθη του πρώτου μισού της εφετινής χρήσης να ξεκινούν αύριο και να ολοκληρώνονται την Παρασκευή από τους τέσσερις συστημικούς ομίλους.
Τα μεγέθη που θα παρουσιάσουν οι διοικήσεις τους έχουν ουσιαστικά προεξοφληθεί.
Το β΄ τρίμηνο 2026 τα κέρδη θα κινηθούν, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, αθροιστικά στη ζώνη των 1,2 – 1,3 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για επίπεδα αυξημένα σε τριμηνιαία βάση και περίπου ίδια σε σύγκριση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.
Οι προβλέψεις
Οι παραπάνω προβλέψεις στηρίζονται στα εξής:
– Καθαρά έσοδα τόκων
Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οι προσδοκίες για νέο γύρο αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής που επιβεβαιώθηκαν τον Ιούνιο, οδήγησαν το κόστος χρήματος σε υψηλότερα επίπεδα.
Έτσι, οι δείκτες euribor ήταν κατά μέσο όρο υψηλότεροι εφέτος σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα. Ως αποτέλεσμα οι τράπεζες από την πλειονότητα των δανείων τους, που είναι κυμαινόμενου επιτοκίου, κέρδισαν περισσότερους τόκους.
Πρόσθετη ώθηση δίνει και το ούτως ή αλλιώς διευρυμένο χαρτοφυλάκιο χορηγήσεων, λόγω των ισχυρών ρυθμών πιστωτικής επέκτασης.
– Καθαρά έσοδα από προμήθειες
Η άνοδος των μη τοκοφόρων εργασιών συνεχίζεται για τις τράπεζες και το 2026, με το bancassurance και το asset management να συνεχίζουν τις υψηλές πτήσεις.
Με αυτό το δεδομένο, οι ρυθμοί ανόδου των καθαρών εσόδων από προμήθειες εκτιμάται ότι θα κινηθούν σε διψήφια ποσοστά.
Επιπρόσθετα, οι εγχώριοι όμιλοι ολοκλήρωσαν το προηγούμενο διάστημα μία σειρά από εξαγορές, σε διάφορους τομείς και τα σχετικά μεγέθη έχουν αρχίσει να ενοποιούνται στα αποτελέσματά τους.
Τέλος, σημαντικό όφελος έχουν οι τράπεζες από τους υψηλούς όγκους νέων δανείων, που συνοδεύονται από προμήθειες κατά τη διάθεσή τους.
– Λειτουργικές δαπάνες
Τα λειτουργικά έξοδα αναμένονται αυξημένα, καθώς οι τράπεζες αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους και ενοποιούν τις εταιρείες που εξαγόρασαν.
Πρόσθετη πίεση ασκείται από την άνοδο του μισθολογικού κόστους, αλλά και των γενικών δαπανών, μιας και ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός.
Ωστόσο, αυτή η αύξηση υπερκαλύπτεται μέχρι στιγμής από την άνοδο των εσόδων.
– Προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο
Εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα, μιας και δεν παρατηρείται επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών, ενώ δεν προγραμματίζονται μεγάλα πακέτα αποενοποίησης / διαγραφών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
Η επίδραση των δανείων του νόμου Κατσέλη, του ελβετικού φράγκου και των λύσεων step up είναι περιορισμένη.
Η επόμενη ημέρα
Με αυτά τα δεδομένα, αναλυτές εκτιμούν ότι τουλάχιστον για το 2026 οι διοικήσεις των τραπεζών θα προχωρήσουν σε αναθεώρηση των στόχων για την κερδοφορία τους, καθώς θεωρούν συντηρητικές τις προβλέψεις των αρχικών business plans.
Σε προηγούμενες τηλεδιασκέψεις εφέτος, οι CEO των εγχώριων ομίλων παρέπεμψαν στις ανακοινώσεις α΄ εξαμήνου τις όποιες πιθανές αναπροσαρμογές. Μένει να φανεί εάν θα προχωρήσουν άμεσα σε κάποια αλλαγή.
Προς αυτήν την κατεύθυνση πάντως συνηγορούν η άνοδος των επιτοκίων στην Ευρωζώνη, με τα στοιχήματα των επενδυτών να προεξοφλούν έως και 2 επιπλέον αυξήσεις των δεικτών της ΕΚΤ μέχρι το τέλος του έτους.
Επιπλέον, η ελληνική οικονομία εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης θα παραμείνουν υψηλότεροι του μέσου όρου της ευρωζώνης, με τη στήριξη των επενδύσεων, του τουρισμού και της απασχόλησης.
Αυτό αναμένεται να έχει θετική επίδραση στις νέες χορηγήσεις. Εξάλλου, μπορεί το Ταμείο Ανάκαμψης να ολοκληρώθηκε για νέες εντάξεις, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των δανείων ύψους 13,2 δισ. ευρώ που συμβασιοποιήθηκαν, θα εκταμιευτούν σταδιακά έως και το 2029.
Σημειώνεται ότι πρόσφατα η Eurobank Equities αναθεώρησε προς τα πάνω τις εκτιμήσεις της για τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη του κλάδου κατά 2% για το 2026, κατά 3% για το 2027 και κατά 2% για το 2028.
Παράλληλα, οι αναλυτές της προβλέπουν αύξηση των κερδών ανά μετοχή κατά περίπου 10% το 2026 και 12% το 2027.
Τέλος, μένει να φανεί πως θα αξιολογήσουν, εφόσον ερωτηθούν σχετικά οι τραπεζικές διοικήσεις στις επερχόμενες τηλεδιασκέψεις, τον πολιτικό κίνδυνο.



































