Η οικονομική ασφυξία που βιώνουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα επιδρά και στην κοινωνική διάρθρωση, επιφέροντας επιπτώσεις που δεν είναι άμεσα ορατές, ως συνέπειες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της παραπάνω διαδικασίας είναι η «ήσυχη», αλλά μαζική, φυγή των νέων γενεών από την επιχείρηση των γονιών τους, σπάζοντας μια συνέχεια και ένα αναγνωρίσιμο μοτίβο του εγχώριου μικρού και μεσαίου εμπορίου, που ήταν η οικογενειακή «φύση» του.
Πλέον, πηγές της αγοράς κάνουν λόγο ακόμη και για ποσοστά που φτάνουν το 70% των παιδιών που δεν συνεχίζουν την οικογενειακή επιχείρηση, όταν οι γονείς συνταξιοδοτούνται.

Κατά το παρελθόν σε μεγάλο ποσοστό τα παιδιά συνέχιζαν να λειτουργούν την οικογενειακή επιχείρηση καθώς θεωρούσαν ότι είχαν εξασφαλισμένο ένα σταθερό και αρκετά ικανοποιητικό εισόδημα
«Λουκέτα συνταξιοδότησης» και μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Έτσι, στα «λουκέτα» που μπαίνουν από την γενικότερη κρίση και τη διαδικασία συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, η οποία οδηγεί στην εξόντωση του μικρομεσαίου εμπορίου, προστίθενται και τα «λουκέτα συνταξιοδότησης», από την απροθυμία των παιδιών να συνεχίσουν μια οικονομική δραστηριότητα που όλα δείχνουν ότι είναι αδιέξοδη.
Κατά το παρελθόν σε μεγάλο ποσοστό τα παιδιά συνέχιζαν να λειτουργούν την οικογενειακή επιχείρηση καθώς θεωρούσαν ότι είχαν εξασφαλισμένο ένα σταθερό και αρκετά ικανοποιητικό εισόδημα.
Πλέον αυτό έχει ανατραπεί πλήρως.
Η αξιοπρεπής διαβίωση δεν είναι εγγυημένη και αρκετοί στρέφονται σε άλλα επαγγέλματα ή και στη μισθωτή εργασία προκειμένου να βιοποριστούν.
Η τάση μετατόπισης του τζίρου προς τις μεγάλες αλυσίδες και τις πολυεθνικές συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Και αυτό γιατί οι συγκεκριμένες εταιρείες λόγω του μεγέθους και της ισχυρής διαπραγματευτικής δύναμης μπορούν να εξασφαλίσουν από τους προμηθευτές τους καλύτερες και πιο ανταγωνιστικές τιμές. Με αποτέλεσμα να διευρύνεται διαρκώς το μερίδιο αγοράς τους, έναντι της μικρομεσαίας επιχείρησης που εμφανίζεται ανήμπορη να σταθεί επάξια στον στίβο του ανταγωνισμού.
Κάποιες ζοφερές προβλέψεις, μάλιστα, κάνουν λόγο για 100.000 άμεσα και έμμεσα λουκέτα μέσα στην επόμενη τριετία.

Το 65% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι η αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα επιβάρυνσης, ενώ το 51% αναφέρει το ενεργειακό κόστος ως βασική πηγή πίεσης
Οι αριθμοί
Πρόσφατη έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας τεκμηρίωσε την κατάσταση που βιώνουν σήμερα οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις της χώρας και που οδηγεί στο παραπάνω αποτέλεσμα.
Έτσι:
- Το 71% αδυνατεί να μετακυλήσει το αυξημένο κόστος
- Το 74% αντιμετωπίζει γραφειοκρατικά εμπόδια και έλλειψη προσωπικού
- Το 77% δυσκολεύεται να αποκτήσει πρόσβαση σε χρηματοδότηση
Η έρευνα ανέδειξε ως κορυφαία πρόκληση το αυξημένο κόστος λειτουργίας. Το 65% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι η αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα επιβάρυνσης, ενώ το 51% αναφέρει το ενεργειακό κόστος ως βασική πηγή πίεσης.
Παράλληλα:
- Το 69% καταγράφει σημαντική αύξηση του κόστους πρώτων υλών την τελευταία διετία.
- Το 65% θεωρεί ότι το ενεργειακό κόστος επηρεάζει καθοριστικά τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του.
- Το 54% δηλώνει ότι έχει αναγκαστεί να περιορίσει την παραγωγή ή τη λειτουργία της επιχείρησής του λόγω της ενεργειακής επιβάρυνσης.
- Το 71% αναφέρει ότι αδυνατεί να μετακυλήσει τις αυξήσεις του κόστους στον τελικό καταναλωτή, γεγονός που οδηγεί σε συνεχή συμπίεση των περιθωρίων κέρδους.
Ανάλογη εικόνα προέκυψε και από την έρευνα την οποία διεξήγαγε ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών για τις Χειμερινές Εκπτώσεις του 2026.
Ο Σύλλογος διαπίστωσε, ότι οι φετινές χειμερινές εκπτώσεις δεν λειτούργησαν ως μοχλός τόνωσης της αγοράς. Αντίθετα, ανέδειξαν το βάθος του προβλήματος.
Ο Ιανουάριος έκλεισε με πτώση τζίρου από 10% έως 20%, ενώ ο Φεβρουάριος κατέγραψε ακόμη μεγαλύτερη μείωση, από 20% έως 40%.
Παρά τις μεγάλες εκπτώσεις και τη χρονική τους διάρκεια, η κατανάλωση παρέμεινε υποτονική.
«Η βασικότερη αιτία είναι ξεκάθαρη: η δραματική μείωση του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος λόγω της ακρίβειας» ανέφερε τότε ο Σύλλογος.
«Παράλληλα, παρατηρείται μεταφορά σημαντικού μέρους του τζίρου από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις προς μεγάλες αλυσίδες, πολυεθνικές εταιρείες και διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες, γεγονός που εντείνει τον άνισο ανταγωνισμό και αποδυναμώνει τον εμπορικό ιστό των πόλεων».
Για την Ελλάδα, τα παραπάνω δεν αφορούν μία περιορισμένη επιχειρηματική δραστηριότητα:
Το 99% των επιχειρήσεων της χώρας είναι μικρές, δηλαδή απασχολούν λιγότερα από 50 άτομα, καταγράφoντας μία από τις υψηλότερες συγκεντρώσεις μικρών επιχειρήσεων στην ΕΕ.
Το 62,8% της προστιθέμενης αξίας στην Ελλάδα παράγεται συνολικά από τις ΜμΕ, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 53%.
Συνεπώς, ο κοινωνικός αντίκτυπος από τις δραματικές αλλαγές στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα της χώρας είναι υπερπολλαπλάσιος από το άθροισμα των θλιβερών ποσοστών που προκύπτουν από κάθε έρευνα.






































