Ένας τόνος βαμβακερά πουκάμισα έφτασε τον Ιούλιο στο λιμάνι του Λος Άντζελες από το Βιετνάμ. Η εταιρεία που τα κατασκεύασε διατηρούσε στενούς δεσμούς με την Esquel Group, τον κινεζικό κολοσσό κλωστοϋφαντουργίας που βρίσκεται από τον Νοέμβριο του 2024 σε αμερικανική μαύρη λίστα λόγω καταγγελιών για σύνδεση με προγράμματα καταναγκαστικής εργασίας στην περιοχή Σιντζιάνγκ. Η Esquel αρνείται τις καταγγελίες.
Σύμφωνα με την έρευνα του Reuters, η εταιρεία αυτή είναι μία από τρεις βιομηχανίες ένδυσης στο Βιετνάμ που εξακολούθησαν να αγοράζουν σημαντικές ποσότητες βαμβακιού από την Esquel και παράλληλα να πωλούν προϊόντα στην αμερικανική αγορά. Από τότε που η Esquel εντάχθηκε στη λίστα, οι τρεις εταιρείες έχουν εξαγάγει στις ΗΠΑ βαμβακερά είδη αξίας τουλάχιστον 5 εκατ. δολαρίων.
Οι δεσμοί των τριών εταιρειών
Οι βιομηχανίες An Loi Apparel, Tessellation Binh Duong και Tessellation Hoa Binh έφεραν παλαιότερα παραλλαγές της επωνυμίας Esquel Garment Manufacturing Vietnam, πριν μετονομαστούν το 2022. Σύμφωνα με εταιρικά έγγραφα που εξέτασε το Reuters, είχαν τους ίδιους τρεις υπεράκτιους ιδιοκτήτες πριν και μετά τη μετονομασία. Ο Έντγκαρ Τουνγκ, διευθύνων σύμβουλος της Esquel την περίοδο 2021–2022, εμφανιζόταν επίσης ως εκπρόσωπος ιδιοκτήτη στις τρεις εταιρείες.
Οι εμπορικές σχέσεις συνεχίστηκαν και μετά την αμερικανική απόφαση. Τελωνειακά στοιχεία δείχνουν ότι, από τον Νοέμβριο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2026, η Esquel έστειλε στις τρεις βιομηχανίες περίπου το 70% των εξαγωγών βαμβακιού που πραγματοποίησε από την Κίνα, συνολικής αξίας 34 εκατ. δολαρίων. Πρώην Αμερικανός αξιωματούχος εμπορίου, ο οποίος εξέτασε τα ευρήματα, δήλωσε ότι οι δεσμοί αυτοί πιθανότατα επαρκούν ώστε οι τελωνειακές αρχές να θεωρήσουν τις βιομηχανίες μέρος του επιχειρηματικού οικοσυστήματος της Esquel.
Τι δεν αποδεικνύει η έρευνα
Το Reuters τονίζει ότι δεν μπόρεσε να εξακριβώσει αν τα ρούχα που έστειλαν οι βιετναμέζικες εταιρείες στις ΗΠΑ περιείχαν βαμβάκι της Esquel ή βαμβάκι από τη Σιντζιάνγκ. Οι βιομηχανίες αγοράζουν πρώτες ύλες και από άλλους προμηθευτές. Ειδικοί σημείωσαν, ωστόσο, ότι η ανάμειξη βαμβακιού διαφορετικής προέλευσης αποτελεί συνήθη πρακτική στον κλάδο, γεγονός που δυσκολεύει την ιχνηλάτηση.
Ανάμεσα στις μάρκες για τις οποίες οι τρεις βιομηχανίες κατασκεύασαν ρούχα που εξήχθησαν στις ΗΠΑ βρίσκονται η ιαπωνική Muji και η νεοζηλανδική Rodd & Gunn. Και οι δύο επιβεβαίωσαν ότι προμηθεύονταν προϊόντα από τις συγκεκριμένες εταιρείες, αλλά δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν τους δεσμούς τους με την Esquel. Η Muji ανέφερε ότι σχεδιάζει έλεγχο σε μία από τις μονάδες παραγωγής, ενώ η Rodd & Gunn δήλωσε ότι απαιτεί τεκμηρίωση για την προέλευση των πρώτων υλών.
Το κενό στους τελωνειακούς ελέγχους
Η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει τεκμήριο ότι προϊόντα εταιρειών που έχουν ενταχθεί στη σχετική λίστα συνδέονται με καταναγκαστική εργασία, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο. Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές δεν ελέγχουν κάθε φορτίο που εισέρχεται στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Reuters, από τον Νοέμβριο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2026 δεσμεύθηκαν για έλεγχο, βάσει της νομοθεσίας για την καταναγκαστική εργασία των Ουιγούρων, ενδύματα αξίας περίπου 2,6 εκατ. δολαρίων από συνολικές εισαγωγές ένδυσης 28 δισ. δολαρίων από το Βιετνάμ. Περισσότερα από τα μισά από τα δεσμευμένα προϊόντα, ως προς την αξία τους, αποδεσμεύθηκαν στη συνέχεια. Εκπρόσωπος των αμερικανικών τελωνείων δήλωσε ότι η υπηρεσία δίνει προτεραιότητα τόσο στην εφαρμογή των κανόνων κατά της καταναγκαστικής εργασίας όσο και στην επιβολή των δασμών.




































