Το υψηλότερο επιτόκιο των τελευταίων 25 χρόνων, μια δυσάρεστη έκπληξη για τον υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ζήτησαν οι αγοραστές αμερικανικών ομολόγων στην τελευταία(13-8) έκδοση 30ετών τίτλων.
Η αμερικανική κυβέρνηση άντλησε 25 δισ. δολάρια με επιτόκιο 5,216%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2001, παρά το γεγονός ότι η πτώση των τιμών του πετρελαίου οδήγησε ανοδικά τις τιμές των ομολόγων στην δευτερογενή αγορά. Ο δείκτης κάλυψης προσφορών, ο οποίος μετρά το ύψος των εντολών των επενδυτών σε σχέση με το προσφερόμενο ποσό, διαμορφώθηκε στο 2,39, σε συμφωνία με τον μέσο όρο 2,36 των τελευταίων έξι συγκρίσιμων εκδόσεων.
«Παρότι υπάρχουν σίγουρα ορισμένοι αντίθετοι άνεμοι για τα μακροπρόθεσμα ομόλογα, η ισχυρή απορρόφηση της προσφοράς αυτή την εβδομάδα υποδηλώνει ότι η ζήτηση υπάρχει — απλώς σε συγκεκριμένη τιμή» τονίζει ο Γκενάντι Γκόλντμπεργκ, επικεφαλής της στρατηγικής επιτοκίων των ΗΠΑ στην TD Securities.
Οι ΗΠΑ δανείζονται ακριβά
Μια μέρα νωρίτερα το υπουργείο Οικονομικών προχώρησε στην έκδοση 10ετών ομολογιακών τίτλων και η οποία κατέγραψε το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης από το 2007.

Το υψηλό κόστος δανεισμού για την αμερικανική κυβέρνηση δημιουργεί πονοκέφαλο στην κυβέρνηση Τραμπ καθώς μπαίνει στην τελική ευθεία για τις ενδιάμεσες εκλογές. Τα υψηλά επιτόκια έχουν ήδη επηρεάσει την οικονομία μετά από χρόνια πληθωριστικών πιέσεων και υψηλών δημόσιων δαπανών και ελλειμμάτων.
«Ζητείται από τους επενδυτές να απορροφήσουν μια αυξανόμενη προσφορά κρατικού χρέους σε παγκόσμιο επίπεδο, σε μια εποχή που τα ελλείμματα παραμένουν μεγάλα, η αβεβαιότητα σχετικά με τον πληθωρισμό επιμένει» και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν αποτελεί πλέον σημαντικό αγοραστή, εξηγεί στο Bloomberg ο Μιχάλ Στάντσικ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου της ομάδας παγκόσμιων τίτλων σταθερού εισοδήματος στην Allspring Global Investments.
«Εάν οι επενδυτές συνεχίσουν να απαιτούν μεγαλύτερη αποζημίωση για τον πληθωρισμό και τους δημοσιονομικούς κινδύνους, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις θα μπορούσαν να κινηθούν προς τα πάνω και να απομακρυνθούν από το 5%, ακόμη και αν οι δημοπρασίες ομολόγων του Δημοσίου εξακολουθούν να καλύπτονται επαρκώς» πρόσθεσε.
Η ανησυχία του υπουργείου Οικονομικών
Διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές ένας προσεκτικός παρατηρητής μπορεί να διακρίνει την ανησυχία του υπουργείου στην αλλαγή των κατευθυντήριων γραμμών για τις εκδόσεις ομολόγων με τρόπο που άνοιξε το δρόμο για πιθανές μειώσεις στην προσφορά μακροπρόθεσμων τίτλων.
Οι αξιωματούχοι του υπουργείου Οικονομικών προέβησαν σε μια απροσδόκητη προσαρμογή στην τελευταία τριμηνιαία δήλωση πολιτικής δανεισμού. Αντί να αναφέρουν ότι συνεχίζουν να αξιολογούν πιθανές μελλοντικές «αυξήσεις» στις πωλήσεις ομολόγων σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου, όπως συνέβαινε προηγουμένως, δήλωσαν ότι εξετάζουν πιθανές «αλλαγές».
Οι επενδυτές σε ομόλογα θεώρησαν ότι αυτό αυξάνει την πιθανότητα οι αρμόδιοι να περιορίσουν τις πωλήσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων που δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση. Ακόμη και αν μια τέτοια μείωση δεν υλοποιηθεί, η γενική άποψη της αγοράς είναι ότι, όταν το υπουργείο Οικονομικών προχωρήσει σε μεγαλύτερες δημοπρασίες τίτλων σταθερού εισοδήματος, πιθανότατα θα επικεντρωθεί σε ομόλογα βραχύτερης διάρκειας, με λήξη σε δύο έως επτά έτη.
Αυτό θα αποτελούσε επέκταση της τρέχουσας στρατηγικής μείωσης της διάρκειας, στο πλαίσιο της οποίας οι αρμόδιοι έχουν προσαρμόσει τις εκδόσεις προς ομόλογα που λήγουν σε ένα έτος ή λιγότερο. Πρόκειται για μια στρατηγική που ακολούθησε και η Τζάνετ Γιέλεν και είχε στηλιτεύσει ο νυν υπουργός Σκοτ Μπέσεντ.
Οι βραχυπρόθεσμοι ομολογιακοί τίτλοι έχουν το πλεονέκτημα του χαμηλότερου κόστους δανεισμού αλλά επειδή λήγουν σύντομα αυξάνουν τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης.
Οι επενδυτές βλέπουν περαιτέρω υποχώρηση
Οι επενδυτές εξακολουθούν να μην βιάζονται να εξασφαλίσουν αποδόσεις που βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα πολλών δεκαετιών, σηματοδοτώντας μια συλλογική επιφυλακτικότητα ότι η πτώση των τιμών ενδέχεται να μην έχει τελειώσει.
Οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις ξεπέρασαν το 5% φέτος, λόγω των ανησυχιών των επενδυτών ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας, που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα εντείνει τις πιέσεις στο κόστος, αναγκάζοντας την Fed να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό προστίθενται η αυξημένη προσφορά κρατικών ομολόγων λόγω των πολυετών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η ξαφνική αύξηση του εταιρικού δανεισμού για τη χρηματοδότηση της άνθησης της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και η μειωμένη ζήτηση από τους παραδοσιακούς αγοραστές ομολόγων μακράς διάρκειας.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων βρίσκονται στο επίκεντρο του χρηματοοικονομικού κόσμου των ΗΠΑ, καθώς αποτελούν το σημείο αναφοράς για όλα τα χρηματοοικονομικά προϊόντα, από τα εταιρικά ομόλογα έως τα στεγαστικά δάνεια. Την περασμένη εβδομάδα, ο μέσος όρος για τα 30ετή στεγαστικά δάνεια σταθερού επιτοκίου αυξήθηκε στο 6,69%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2025.
Εν τω μεταξύ, οι τόκοι του δημόσιου χρέους εξακολουθούν να αποτελούν βασικό παράγοντα που επηρεάζει το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας. Για το τρέχον οικονομικό έτος μέχρι σήμερα, το συνολικό ποσό ανέρχεται σε 1,17 τρισ. μια αύξηση κατά 15%, που οφείλεται εν μέρει στις υψηλότερες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων.
Η διαφορά με το 2001
Το επιτόκιο δανεισμού 5,216% είναι το υψηλότερο από τότε που το υπουργείο Οικονομικών κατάργησε τα μακροπρόθεσμα ομόλογα το 2001. Οι σημερινές συνθήκες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές.
Τότε, οι επενδυτές σε ομόλογα απολάμβαναν τα οφέλη μιας ανοδικής αγοράς που διήρκεσε πολλές δεκαετίες. Μια σειρά πλεονασμάτων στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό είχε μάλιστα τροφοδοτήσει την ανησυχία της αγοράς ότι η προσφορά κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ ήταν υπερβολικά χαμηλή. Σήμερα, το υπόλοιπο των κυκλοφορούντων κρατικών ομολόγων είναι δέκα φορές μεγαλύτερο και αυξάνεται ραγδαία, έχοντας διπλασιαστεί από το 2018 σε περίπου 31 τρισ. δολάρια.
Και καθώς οι παραδοσιακές πηγές ζήτησης έχουν απομακρυνθεί από τα κρατικά ομόλογα, έχουν εισέλθει στην αγορά ιδιωτικοί επενδυτές απαιτώντας, παράλληλα, πιο ελκυστικές αποδόσεις.
«Καθώς η αγορά εξαρτάται όλο και περισσότερο από επενδυτές ευαίσθητους στις τιμές, η ίδια ποσότητα προσφοράς κρατικών ομολόγων ενδέχεται να απαιτεί μεγαλύτερη παραχώρηση στην απόδοση για να απορροφηθεί», έγραψε μια ομάδα της Barclays Plc με επικεφαλής την Demi Hu.





































