array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(7) "Economy"
    [1]=>
    string(15) "Consumer Issues"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(8) "negative"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(8) "Business"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(24) "Negative News: Financial"
}

Έμμεσοι φόροι: Ο κρυφός λογαριασμός της ακρίβειας

Για κάθε 1 ευρώ άμεσων φόρων το κράτος εισπράττει 1,52 ευρώ από την κατανάλωση – Πώς η ακρίβεια αυξάνει τα δημόσια έσοδα και μεταφέρει το βάρος στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα

Έμμεσοι φόροι: Ο κρυφός λογαριασμός της ακρίβειας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Κάθε φορά που ανεβαίνει η τιμή ενός προϊόντος στο ράφι, ενός λίτρου καυσίμου στην αντλία ή ενός λογαριασμού ενέργειας, δεν μεγαλώνει μόνο η δαπάνη του καταναλωτή. Αυξάνεται και το ποσό που εισπράττει το κράτος μέσω του ΦΠΑ, ο οποίος υπολογίζεται πάνω στην τελική τιμή. Στα καύσιμα, μάλιστα, ο καταναλωτής πληρώνει ΦΠΑ ακόμη και πάνω στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, με αποτέλεσμα ένας φόρος να επιβάλλεται ουσιαστικά πάνω σε έναν άλλο.

Στο 17,1% του ΑΕΠ οι έμμεσοι φόροι

Αυτός είναι ο κρυφός λογαριασμός της ακρίβειας, με τα κρατικά ταμεία να γεμίζουν όσο αυξάνονται οι τιμές, χωρίς να χρειαστεί αύξηση των φόρων. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που λειτουργεί υπέρ του προϋπολογισμού, αλλά επιβαρύνει δυσανάλογα όσους διαθέτουν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και μετακινήσεις.

Τα νεότερα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνουν το μέγεθος της ελληνικής εξάρτησης από τη φορολόγηση της κατανάλωσης. Το 2024 οι έμμεσοι φόροι έφτασαν στο 17,1% του ΑΕΠ, έναντι μόλις 12,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των «27». Σε απόλυτα ποσά, οι εισπράξεις ανήλθαν σε 40,55 δισ. ευρώ.

Την ίδια χρονιά, οι άμεσοι φόροι, κυρίως οι φόροι εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, περιορίστηκαν στο 11,3% του ΑΕΠ ή στα 26,66 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 1 ευρώ που εισέπραξε το κράτος μέσω άμεσης φορολογίας, εισέπραξε περίπου 1,52 ευρώ από έμμεσους φόρους.  Η Ελλάδα δεν κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρώπη σε αυτή την αναλογία, όπως συχνά αναφέρεται, βρίσκεται όμως σταθερά ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από την κατανάλωση. Οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούσαν το 2024 στο 42,8% των συνολικών φορολογικών εσόδων, έναντι 32,7% στην ΕΕ και 31,4% στην ευρωζώνη. Με αυτό το ποσοστό η χώρα κατατάσσεται πέμπτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο σιωπηλός φοροεισπράκτορας

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος των συντελεστών, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ο πληθωρισμός τροφοδοτεί τα έσοδα. Ένα προϊόν με καθαρή αξία 100 ευρώ και ΦΠΑ 24% κοστίζει 124 ευρώ. Εάν η καθαρή τιμή αυξηθεί στα 110 ευρώ, ο φόρος ανεβαίνει αυτομάτως από τα 24 στα 26,40 ευρώ, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτε στη φορολογική νομοθεσία.

Η ίδια εικόνα αποτυπώνεται στα ταμεία. Τα έσοδα από ΦΠΑ έφτασαν το 2025 στα 27,78 δισ. ευρώ και από Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης στα 7,44 δισ. ευρώ, ενώ οι φόροι εισοδήματος απέδωσαν 26,54 δισ. ευρώ. Τα ποσά δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα με τα στοιχεία της Κομισιόν, καθώς αφορούν την ταμειακή εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού και όχι το σύνολο της γενικής κυβέρνησης, δείχνουν όμως τη βαρύτητα που έχει αποκτήσει ο ΦΠΑ στον κρατικό κορβανά.

Η δυναμική συνεχίζεται και το 2026. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου οι εισπράξεις από ΦΠΑ ανήλθαν σε 17,74 δισ. ευρώ. Ακόμη και μετά την αφαίρεση μιας έκτακτης λογιστικής εγγραφής 306 εκατ. ευρώ, τα έσοδα ήταν κατά 739 εκατ. ευρώ υψηλότερα από τον στόχο. Την ίδια περίοδο οι φόροι εισοδήματος απέδωσαν 15,07 δισ. ευρώ.

Η καλύτερη φορολογική συμμόρφωση, η διασύνδεση ταμειακών μηχανών και POS, το myDATA και η διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχουν περιορίσει σημαντικά τη φοροδιαφυγή. Μαζί με αυτή την αναμφίβολα θετική εξέλιξη, όμως, οι υψηλές τιμές δημιουργούν πρόσθετες εισπράξεις, καθιστώντας ολοένα δυσκολότερη για κάθε κυβέρνηση την απόφαση να μειώσει τους φόρους κατανάλωσης.

Οι ασθενέστεροι πληρώνουν περισσότερα

Οι έμμεσοι φόροι είναι ίδιοι για όλους στην απόδειξη, όχι όμως και ως ποσοστό του εισοδήματος. Ο ΦΠΑ στο γάλα, στο ηλεκτρικό ρεύμα ή στα καύσιμα επιβάλλεται με τον ίδιο συντελεστή ανεξάρτητα από το αν ο καταναλωτής κερδίζει 900 ή 5.000 ευρώ τον μήνα. Η διαφορά είναι ότι το νοικοκυριό των 900 ευρώ δεν μπορεί να περιορίσει σημαντικά αυτές τις δαπάνες ούτε έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύσει μέρος του εισοδήματός του, αποφεύγοντας τη φορολόγηση της κατανάλωσης.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ κάνουν την ανισότητα χειροπιαστή. Το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών διαθέτει το 55,9% των συνολικών δαπανών του μόνο για τρόφιμα και στέγαση, ενώ στο πλουσιότερο 20% το αντίστοιχο ποσοστό είναι 24,7%. Επομένως, κάθε αύξηση των τιμών στα βασικά αγαθά και στην ενέργεια απορροφά πολύ μεγαλύτερο τμήμα του διαθέσιμου εισοδήματος των οικονομικά ασθενέστερων.

Στη μεσαία τάξη η πίεση λειτουργεί διαφορετικά, αλλά εξίσου έντονα, με τα νοικοκυριά αυτά συχνά να μην πληρούν τα κριτήρια για επιδόματα, συνεχίζουν όμως να επιβαρύνονται πλήρως από τον ΦΠΑ, τους φόρους στα καύσιμα και τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις της καθημερινής κατανάλωσης. Έτσι, ένα μέρος της ελάφρυνσης που μπορεί να προκύψει από μειώσεις στον φόρο εισοδήματος επιστρέφει στο Δημόσιο μέσα από το σούπερ μάρκετ, την αντλία και τους λογαριασμούς.

Γιατί η κυβέρνηση αποφεύγει τη μείωση

Η απάντηση του οικονομικού επιτελείου είναι ότι η μείωση του ΦΠΑ έχει βέβαιο δημοσιονομικό κόστος, χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχη μείωση στις τιμές. Μέρος της ελάφρυνσης μπορεί να απορροφηθεί από την αλυσίδα παραγωγής και εμπορίας, ενώ μια οριζόντια παρέμβαση ωφελεί σε απόλυτα ποσά και τα υψηλότερα εισοδήματα ή τους ξένους επισκέπτες.

Το επιχείρημα έχει βάση, δεν αναιρεί όμως το βαθύτερο πρόβλημα που δείχνει οτι ο προϋπολογισμός έχει αποκτήσει τέτοια εξάρτηση από τον ΦΠΑ και τους ΕΦΚ, ώστε οποιαδήποτε μείωσή τους αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως απειλή για τα έσοδα. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο εάν μια μείωση θα περάσει ολόκληρη στην τιμή, αλλά εάν το κράτος είναι διατεθειμένο να αλλάξει τη δομή της φορολογίας και να μεταφέρει μέρος του βάρους από την καθημερινή κατανάλωση προς πιο προοδευτικές πηγές εσόδων.

OT Originals
Περισσότερα από Economy

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies