Με τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων να εκτινάσσονται σε νέα ιστορικά υψηλά, η απόδοση του 10ετούς ξεπέρασε το 5%, η αγορά καταγράφει ένα ορόσημο που θα μπορούσε να είναι και μια θεμελιώδη αλλαγή.
Η εποχή των χαμηλών αποδόσεων φθάνει στο τέλος της και το 5% μπορεί να είναι η νέα πραγματικότητα για τα ομόλογα.
Η αγορά των ομολόγων βιώνει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ παραγόντων που κλιμακώνει τις αποδόσεις. Η τιμή του πετρελαίου στα 100 δολάρια, η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης που «κλέβει κεφάλαια» από τις αγορές για τις επενδύσεις, το δημοσιονομικό έλλειμμα μαμούθ ύψους 1,97 τρισ. δολαρίων που επιβαρύνουν το συνεχές διογκούμενο δημόσιο χρέος που έχει εκτιναχθεί πάνω από το ιλιγγιώδες ποσό των 40 τρισ. κι όλα αυτά με φόντο την Fed που είναι αποφασισμένη να τιθασεύσει τις πληθωριστικές πιέσεις, που επιμένουν εδώ και μια πενταετία να είναι πάνω από το στόχο της.
Οι πιέσεις για πώληση εντάθηκαν αυτή την εβδομάδα, καθώς οι τιμές της ενέργειας σημείωσαν νέα άνοδο και τα στοιχεία έδειξαν ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να κινούνται με ισχυρούς ρυθμούς, παρέχοντας έτσι σε μια κεντρική τράπεζα που ήδη υιοθετεί αυστηρή νομισματική πολιτική επιπλέον λόγους για να συνεχίσει τις αυξήσεις των επιτοκίων.
Αμερικανικά ομόλογα: η νέα εποχή στις αγορές
Πλέον, οι αποδόσεις σχεδόν όλων των αμερικανικών ομολόγων κυμαίνονται γύρω ή πάνω από το 5%, με τις αποδόσεις των πενταετών κρατικών ομολόγων να ξεπερνούν αυτό το όριο την Τετάρτη, για πρώτη φορά από το 2007. Για την αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων, ύψους 32 τρισ. δολαρίων, η μέση απόδοση ανέρχεται στο 5,1%, πλησιάζοντας οριακά το υψηλό του 2023 (5,12%) και τα αντίστοιχα υψηλά επίπεδα που είχαν καταγραφεί το 2006 και το 2007.
«Βρισκόμαστε σε ένα νέο καθεστώς» εξηγεί στο Bloomberg ο Samuel Martinez, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στη Vanguard, τον επενδυτικό κολοσσό που διαχειρίζεται κεφάλαια άνω των 13 τρισ. δολαρίων παγκοσμίως. Η εστίαση των κεντρικών τραπεζιτών στον πληθωρισμό οδηγεί τους traders να προεξοφλούν πολλαπλές αυξήσεις επιτοκίων, σημείωσε ο ίδιος.
Καθώς τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα (Treasuries) αποτελούν παγκόσμιο δείκτη αναφοράς για το κόστος δανεισμού, η άνοδος των αποδόσεών τους έχει άμεσες, πραγματικές επιπτώσεις για καταναλωτές, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις, με κίνδυνο να εκτροχιάσει την οικονομία καθώς οι δανειολήπτες πιέζονται, αλλά και να ανατρέψει το ιστορικό ράλι των αμερικανικών μετοχών.
Σε ευρύτερο πλαίσιο, η πρόσφατη αυτή έξαρση έρχεται να προστεθεί σε μια πολυετή πορεία ανόδου φέρνοντας μια νέα γενιά της Wall Street αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα όπου το 5% αποτελεί και πάλι τον κανόνα αν όχι το κατώτατο όριο.
Οι υψηλές αποδόσεις γίνονται πολιτικό ζήτημα
Η ανοδική πορεία των αποδόσεων είναι ιδιαίτερα ανεπιθύμητη για έναν Λευκό Οίκο υπό τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει υποστηρίξει επανειλημμένα τη μείωση των αποδόσεων για να ανακουφίσει τους ιδιοκτήτες κατοικιών και τους δανειολήπτες και έχει καταγγείλει την πολιτική της Fed. Οι προσπάθειες του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να περιορίσει τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αποδόσεων μέσω αυξημένων επαναγορών ομολόγων είχαν μικρό αποτέλεσμα και μπορεί ακόμη και, όπως λένε ορισμένοι, να προσθέτουν στην αστάθεια.

Με τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ να πλησιάζουν και την προσιτότητα να αποτελεί αυξανόμενη ανησυχία σε ολόκληρη τη χώρα, η αύξηση των αποδόσεων γίνεται γρήγορα πολιτικό ζήτημα. Τα επιτόκια στεγαστικών δανείων κυμαίνονται πλέον πάνω από το 7%, ενώ τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης δείχνουν ότι οι καθυστερήσεις στις πληρωμές πιστωτικών καρτών και δανείων αυτοκινήτου τείνουν να αυξάνονται τα τελευταία χρόνια, αποκαλύπτοντας ένα σημείο πόνου για πολλούς ψηφοφόρους.
Οι αναλυτές της αγοράς επισημαίνουν ότι οι αποδόσεις διαμορφώνονται στα τρέχοντα επίπεδα για συγκεκριμένο λόγο, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα θεμελιώδη μεγέθη. Με την αμερικανική οικονομία να αναπτύσσεται με ρυθμό άνω του 6% σε ονομαστικούς όρους και το δημοσιονομικό έλλειμμα να κυμαίνεται περίπου στο 5,5% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ),σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, το τρέχον περιβάλλον κρίνεται δικαιολογημένο.
Ορισμένοι προβλέπουν περαιτέρω άνοδο των αποδόσεων: σε σχετική έρευνα της Markets Pulse που διεξήχθη αυτή την εβδομάδα, περισσότεροι από τους μισούς εκ των 173 συμμετεχόντων εκτιμούν ότι η απόδοση των αμερικανικών ομολόγων 30ετούς διάρκειας θα φτάσει το 6% πριν από το τέλος του έτους, ένα επίπεδο που έχει να καταγραφεί από την εποχή της κατάρρευσης της «φούσκας» των dot-com.
Ελκυστικές αποδόσεις για επενδυτές
Φυσικά, για τους αποταμιευτές και τους επενδυτές που επιθυμούν να αξιοποιήσουν τα κεφάλαιά τους άμεσα, οι αποδόσεις της τάξης του 5% αποτελούν μια ελκυστική πηγή εισοδήματος.
«Θα προτιμούσα με χίλια τη δυναμική των αποδόσεων που βιώνουμε σήμερα σε σχέση με όσα ζήσαμε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, στο περιβάλλον μηδενικών επιτοκίων» εξηγεί σε συνέντευξή του την περασμένη εβδομάδα ο Michael Hans, επικεφαλής επενδύσεων της Citizens Wealth, η οποία διαχειρίζεται κεφάλαια άνω των 65 δισεκατομμυρίων δολαρίων. «Οι επενδυτές εντοπίζουν ευκαιρίες που δεν υπήρχαν πριν από μερικά χρόνια».
Από την πλευρά του, ο Μπέσεντ υποστηρίζει σταθερά ότι το sell off στα Treasuries τις τελευταίες εβδομάδες αποτελεί απόρροια των υψηλότερων τιμών του πετρελαίου, οι οποίες, κατά την άποψή του, συνιστούν ένα προσωρινό φαινόμενο που συνδέεται με τη σύγκρουση στο Ιράν. Όταν λήξει ο πόλεμος, ο κόσμος θα βρεθεί αντιμέτωπος στην καλύτερη περίπτωση με πλεόνασμα ενεργειακών αποθεμάτων, γεγονός που θα οδηγήσει σε πτώση τόσο τις τιμές όσο και τις αποδόσεις των ομολόγων, όπως υποστηρίζει ο ίδιος.
Ωστόσο, ορισμένοι επενδυτές αντιτείνουν ότι η απότομη άνοδος των τιμών της ενέργειας αποτελεί μόνο έναν από τους πολλούς κινδύνους, για τους οποίους επιδιώκουν να αποζημιωθούν. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα ερωτηματικά σχετικά με την πορεία των επιτοκίων της Fed και τις επιπτώσεις που αυτή ενδέχεται να έχει στην οικονομία και τις αγορές.
Γεράκι η Fed
Τα σήματα που εκπέμπει η σημαντικότερη κεντρική τράπεζα του πλανήτη προέρχονται από το στρατόπεδο των γερακιών. Ο ίδιος ο πρόεδρος της Fed, στην συνέντευξη Τύπου μετά την απόφαση για την πρώτη αύξηση των επιτοκίων από το 2023, έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα ότι εστιάζει στον πληθωρισμό.
Όταν ρωτήθηκε εάν οι μικρότερες αυξήσεις των επιτοκίων θα ήταν αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση της πλευράς της προσφοράς ενέργειας όσον αφορά τις πληθωριστικές πιέσεις απάντησε ότι «δεν μπορούμε να επηρεάσουμε καμία μεμονωμένη τιμή, είτε πρόκειται για τις τιμές του πετρελαίου είτε για τα τρόφιμα στα καταστήματα».

«Αυτό όμως που μπορούμε να κάνουμε και θα κάνουμε είναι να διασφαλίσουμε ότι τυχόν μεταβολή των σχετικών τιμών δεν θα διευρυνθεί και δεν θα προκαλέσει επιδράσεις δεύτερης και τρίτης τάξης στην οικονομία. Αυτή είναι η αποστολή μας και αυτό θα πράξουμε» συνέχισε.
Το μέλος του διοικητικού Συμβουλίου της Fed, Μάικλ Μπαρ, δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι πιθανότατα θα χρειαστούν περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων για να περιοριστεί η άνοδος των τιμών, ενώ ο πρόεδρος της Fed του Σικάγο, Όστιν Γκούλσμπι, προειδοποίησε ότι η πορεία επιστροφής στον στόχο της κεντρικής τράπεζας για πληθωρισμό 2% δεν θα είναι ανώδυνη.
«Ολόκληρη η καμπύλη αποδόσεων κινήθηκε πάνω από το 5% αυτή την εβδομάδα, με εξαίρεση το διετές ομόλογο. Μια διατηρήσιμη υπέρβαση του ορίου του 5% θα έδειχνε ότι το κύμα ρευστοποιήσεων έχει επεκταθεί πέρα από τις ανησυχίες για το μακροπρόθεσμο σκέλος της καμπύλης (που αφορούν τη δημοσιονομική πολιτική, την προσφορά και τον κίνδυνο πληθωρισμού) και έχει φτάσει στο τμήμα της καμπύλης που συνδέεται στενότερα με την πολιτική της Fed» υποστηρίζουν οι αναλυτές
Τα swaps που παρακολουθούν τις μελλοντικές συνεδριάσεις της Fed αντικατοπτρίζουν πλέον πλήρως τρεις αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης κατά το επόμενο έτος, με σημαντική αντιστάθμιση για μια τέταρτη αύξηση. Εάν υλοποιηθεί, αυτό θα οδηγήσει το επιτόκιο-στόχο της κεντρικής τράπεζας σε ένα εύρος από 4,75% έως 5%.

Ο Γουόρς έχει καταστήσει αρχή του να μην αποστέλλει μηνύματα στους επενδυτές ομολόγων σχετικά με τις προθέσεις της Fed ως προς την πολιτική της, πέραν της έκφρασης της σταθερής δέσμευσής του για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών.
“I’ m not in forward guideness bysiness” που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει ότι δεν ασχολούμαι με την καθοδήγηση των μελλοντικών κινήσεων, είπε στη συνέντευξη Τύπου.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι traders να εστιάζουν την προσοχή τους σε παράγοντες που σχετίζονται με τον πληθωρισμό, όπως οι διαταραχές στον ενεργειακό τομέα λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και το αυξανόμενο κόστος των εισροών στην ευρύτερη οικονομία. Παράλληλα, εντείνεται ο κίνδυνος η Fed, στην προσπάθειά της να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό, να συνεχίσει τη σύσφιγξη της πολιτικής της σε τέτοιο βαθμό ώστε να υποστούν σοβαρό πλήγμα η οικονομία και οι μετοχές, όπως συνέβη στα τέλη του 2000, μετά την κορύφωση του επιτοκίου ομοσπονδιακών κεφαλαίων (fed funds rate) στο 6,5% νωρίτερα εκείνο το έτος.
Μιλώντας την περασμένη εβδομάδα σε εκδήλωση της Doubleline Capital στη Νέα Υόρκη, ο Jeffrey Gundlach δήλωσε ότι το άρρητο μήνυμα του Warsh είναι πως, εάν δεν επιτευχθεί πληθωρισμός της τάξης του 2%, τότε «ο ίδιος έχει αποτύχει».
Την Παρασκευή, αρκετοί δείκτες αναφοράς των αμερικανικών κρατικών ομολόγων πλησίαζαν σημαντικά ιστορικά επίπεδα, τα οποία θα οδηγούσαν τις αποδόσεις στα επίπεδα που είχαν καταγραφεί το 2000 για τα ομόλογα πενταετούς διάρκειας και το 2002 για εκείνα διάρκειας 10 και 30 ετών. Η απόδοση του ομολόγου μακράς διάρκειας ξεπέρασε το 5,5%, πλησιάζοντας σε απόσταση 10 μονάδων βάσης από αυτό το ορόσημο.
«Εξακολουθώ να πιστεύω ότι τα επιτόκια θα συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά μέχρι να υπάρξει κάποια ρήξη» τονίζει ο Jack McIntyre, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Brandywine Global Investment Management.





































