Το Σάββατο 29 Αυγούστου, οι Ισλανδοί θα προσέλθουν στις κάλπες για δημοψήφισμα σχετικά με το αν η χώρα θα πρέπει να επανεκκινήσει τις διαπραγματεύσεις για ένταξη στην ΕΕ. Είναι όμως πράγματι προς το συμφέρον αυτής της απομονωμένης σκανδιναβικής χώρας να γίνει το 28ο μέλος του μπλοκ;
Αν και η σκανδιναβική χώρα είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) από τη δημιουργία του, τη δεκαετία του 1990, οι Ισλανδοί αντιστέκονταν επί μακρόν σε οποιαδήποτε κίνηση θα μπορούσε να πλήξει την κυριαρχία του νησιού.
Η αίτηση ένταξης της Ισλανδίας στην ΕΕ κατατέθηκε ήδη από το 2009 όταν η χώρα βρισκόταν στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Ωστόσο, μέχρι το 2013 η οικονομική κρίση είχε υποχωρήσει και το πολιτικό κλίμα είχε μεταβληθεί, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να θέσει τις συνομιλίες σε επ’ αόριστον αναστολή. Πλέον η Ισλανδία διαθέτει μία από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης.
Τι άλλαξε, όμως, και οι ισλανδικές ελίτ επιστρέφουν στην συζήτηση της ένταξης;
Η ασφάλεια
Όπως αναφέρει στο Foreign Policy η Γκλόρια Ντίκι, καναδή δημοσιογράφος και πρώην ανταποκρίτρια του Reuters για ζητήματα περιβάλλοντος, αυτή τη φορά το ενδιαφέρον της Ισλανδίας για την ΕΕ φαίνεται να έχει προκύψει ως αντίδραση σε ζητήματα ασφάλειας και άμυνας και όχι τόσο οικονομίας.
Η υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Θόργκερντουρ Κάτριν Γκούναρσντοτιρ, έχει επικαλεστεί τις απειλές του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να καταλάβει τη Γροιλανδία ως προειδοποιητικό σημάδι για την Ισλανδία. Βλέπει επίσης τη στήριξη της ΕΕ προς τη Δανία και την αυτόνομη περιοχή ως ισχυρό επιχείρημα υπέρ της πολυμερούς συνεργασίας των μεσαίων δυνάμεων.
Εάν το σκεπτικό του Τραμπ για τη διεκδίκηση της Γροιλανδίας βασίζεται στη στρατηγική της θέση για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, τότε το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την Ισλανδία. Για τη δημοσιογράφο του Foreign Policy, Καρολίν ντε Γκρόιτερ, είναι απολύτως λογικό οι μικρές, ευάλωτες χώρες να αναζητούν προστασία από επιθετικές δυνάμεις στην ευρεία αγκαλιά της Ευρώπης.
Πέραν της ασφάλειας, το αμερικανικό περιοδικό καταγράφει και άλλους καλούς λόγους για την ένταξη. Αν και πλούσια, η Ισλανδία έχει μια ευμετάβλητη οικονομία που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αλιεία και τον τουρισμό. Η κορόνα – σε αντίθεση με το ευρώ – είναι ευάλωτη σε ξαφνικούς κραδασμούς και υψηλό πληθωρισμό. Έκθεση του ισλανδικού υπουργείου Οικονομικών διαπίστωσε ότι το κόστος διατήρησης της κορόνας υπερβαίνει σημαντικά τα οφέλη.
Το κόστος ζωής μπορεί να είναι εξαιρετικά υψηλό, με τις τιμές των ειδών παντοπωλείου να είναι περίπου 55% υψηλότερες από εκείνες στην ΕΕ. Επιπλέον, η Ισλανδία δεν έχει θέση στο τραπέζι όταν αποφασίζονται οι νόμοι που αφορούν τον ΕΟΧ.
Γιατί η ΕΕ θέλει την Ισλανδία
Η Ισλανδία θα αποτελούσε ελκυστική προσθήκη για την ΕΕ. «Η ΕΕ πρέπει να επανεξετάσει τη μελλοντική ένταξη ομοϊδεατριών δημοκρατιών ως γεωπολιτική αναγκαιότητα», έγραψε τον Ιούνιο στον Guardian η Βαλερί Αγιέ, γαλλίδα ευρωβουλευτής. «Η ένταξη της Ισλανδίας θα έδινε το έναυσμα για τη γεωπολιτική άνοδο μιας ΕΕ που κατανοεί τις πραγματικότητες του 21ου αιώνα».
Ένας επιπλέον λόγος, σύμφωνα με ειδικούς που επικαλείται το Foreign Policy, είναι ότι η ισλανδική ένταξη πιθανότατα θα συμπαρασύρει την ακόμα σημαντικότερη Νορβηγία, μία από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, με τεράστια αποθέματα πετρελαίου και μια προηγμένη σοσιαλδημοκρατία.
Το Όσλο έχει απορρίψει δύο φορές την ένταξη στην ΕΕ, με την τελευταία ψηφοφορία να έχει πραγματοποιηθεί το 1994. Τώρα φαίνεται ότι μεγαλύτερο ποσοστό των Νορβηγών ενδέχεται να είναι ανοιχτό στην ιδέα, καθώς πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι η υποστήριξη για ένταξη στην ΕΕ αυξήθηκε από 27% το 2023 σε 41% το 2025.
«Προφανώς υπάρχει ένα σενάριο στο οποίο η έναρξη ενταξιακών συνομιλιών για τη μία χώρα ωθεί και την άλλη να ενταχθεί» δήλωσε ο ιδρυτής της δεξαμενής σκέψης Evropustraumar Χάλγκριμουρ Όντσον. «Όταν 10 χώρες εντάχθηκαν στο μπλοκ το 2004, δεν ξεκίνησαν όλες τις ενταξιακές συνομιλίες ταυτόχρονα».
«Ένα ισλανδικό “ναι” στις 29 Αυγούστου θα αποτελέσει σοκ για τη νορβηγική συζήτηση — ένα θετικό σοκ» δήλωσε ο Γκέοργκ Ρίκελες, αναπληρωτής διευθυντής στο European Policy Center στις Βρυξέλλες. «Η Ισλανδία έχει ψυχολογική σημασία. Θα μπορούσε πράγματι να είναι εκείνη η ώθηση που θα θέσει σε κίνηση τον μηχανισμό και στη Νορβηγία».
Είναι πράγματι η ασφάλεια ο λόγος;
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή πορεία δεν είναι τόσο ρόδινη όπως παρουσιάζεται. Αν και ο Όντσον αναγνωρίζει ότι η ασφάλεια στην Αρκτική αποτελεί ένα πειστικό αφήγημα για τους πολιτικούς, βλέπει το δημοψήφισμα ως μια ώθηση από πάνω προς τα κάτω, από την κυβέρνηση συνασπισμού που ανέλαβε την εξουσία το 2024. «Απλώς έτυχε να υπάρχουν τα δύο κόμματα που είναι υπέρ της ΕΕ… Ήταν πάντοτε ψηλά στην ατζέντα τους» είπε.
«Ο κόσμος γνωρίζει τις γεωπολιτικές εντάσεις» πρόσθεσε. Όμως, όπως είπε, αυτές καταλαμβάνουν μικρότερο χώρο απ’ όσο ίσως νομίζουν οι εξωτερικοί παρατηρητές στις συζητήσεις των Ισλανδών σχετικά με το αν η ένταξη στην ΕΕ θα ήταν καλή ιδέα. Εξάλλου, στο ζήτημα της ασφάλειας τα πράγματα περιπλέκει περισσότερο για την Ισλανδία το γεγονός ότι εξακολουθεί να βασίζεται στις ΗΠΑ για την άμυνά της, όπως συμφωνήθηκε σε συνθήκη του 1951.
Οικονομικά συμφέρει πράγματι;
Επίσης, το αμερικανικό περιοδικό αναφέρει πως στο οικονομικό πεδίο, η Ισλανδία θα εντασσόταν ως καθαρός χρηματοδοτικός συνεισφέρων, πράγμα που σημαίνει ότι η χώρα θα κατέβαλλε περισσότερα χρήματα στα ταμεία της ΕΕ απ’ όσα θα λάμβανε. Η ένταξη θα μπορούσε επίσης να μεταβάλει τη διακριτή πολιτισμική ταυτότητα της χώρας.
Όταν οι συνομιλίες με την ΕΕ πάγωσαν το 2013, η συμφωνία ήταν ότι θα μπορούσαν να επαναληφθούν μόνο μέσω εθνικού δημοψηφίσματος. Ακόμη και αν οι Ισλανδοί ψηφίσουν «ναι» αυτόν τον μήνα, τελικά θα βρεθούν αντιμέτωποι με δεύτερη ψηφοφορία για την πραγματική αποδοχή των όρων ένταξης που θα έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
«Είναι ένα αυτοπροκαλούμενο τραύμα, που κληρονομήσαμε από προηγούμενες κυβερνήσεις, το να πρέπει να κάνουμε αυτό το δημοψήφισμα δύο φορές», δήλωσε ο Κρίστιν Χρόμπγιαρτσον, διευθυντής της ισλανδικής δεξαμενής σκέψης για την ασφάλεια Varda.
Το μεγάλο αγκάθι της αλιείας
Πρέπει να σημειωθεί ότι στον προηγούμενο γύρο συνομιλιών, η πλούσια αλιεία της Ισλανδίας, η οποία αντιστοιχεί περίπου στο 10% του άμεσου ΑΕΠ, αποδείχθηκε η χαριστική βολή.
Στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), η Ισλανδία θα υποχρεωνόταν να μοιραστεί τον έλεγχο των ιχθυαποθεμάτων που ιστορικά διαχειριζόταν ανεξάρτητα, υπαγόμενη σε ποσοστώσεις αλιείας και κανονισμούς πρόσβασης που θα καθορίζονταν από μακριά.
«Θα χάναμε τον έλεγχο της αλιείας μας, ακόμη κι αν μας επιτρεπόταν, χάρη στην εύνοια των Βρυξελλών, να συνεχίσουμε να αλιεύουμε στα νερά μας», δήλωσε ο Χάνες Χόλμσταϊν Γκισούραρσον, ομότιμος καθηγητής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Ισλανδίας. Στη μικρή αλιευτική πόλη Σίγκλουφιορντουρ, στη βόρεια ακτή της χώρας, κάτοικοι έχουν υψώσει αντιευρωπαϊκές σημαίες σε ένδειξη διαμαρτυρίας.
Η υπουργός Εξωτερικών της Ισλανδίας έχει απαιτήσει «κυρίαρχο έλεγχο επί του συνόλου της αλιείας» σε οποιαδήποτε συμφωνία ένταξης, υποστηρίζοντας ότι η αλιευτική πολιτική της ΕΕ θα μπορούσε να προσαρμοστεί στις συνθήκες της Ισλανδίας. Η Αγιέ έχει υποστηρίξει ότι το μπλοκ πρέπει να τροποποιήσει τους άκαμπτους κανόνες ένταξης, ώστε να αποφύγει ένα αδιέξοδο για την αλιεία σε οποιεσδήποτε μελλοντικές ενταξιακές συνομιλίες, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της Ισλανδίας στην ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της Ευρώπης.
Ωστόσο, ο Γκισούραρσον είναι δύσπιστος, καθώς η διαχείριση των θαλάσσιων πόρων εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ, πράγμα που σημαίνει ότι μόνο οι Βρυξέλλες μπορούν να θεσπίζουν σχετικούς νόμους.
Πολλοί από όσους αντιτίθενται στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ ανησυχούν λιγότερο για μια πιθανή στρατιωτική κατάληψη και περισσότερο για τη σταδιακή διάβρωση της ισλανδικής ταυτότητας.
«Οι Ισλανδοί δεν φοβούνται τους Αμερικανούς» δήλωσε ο Χάραλντουρ Όλαφσον, πρόεδρος της ισλανδικής οργάνωσης Heimssyn. «Η Ισλανδία ήταν πάντοτε ένα έθνος ειρήνης. Δεν έχει πάει ποτέ σε πόλεμο και πιθανότατα δεν θα πάει ποτέ, εφόσον δεν ενταχθεί στην ΕΕ».
Οι δημοσκοπήσεις
Δημοσκόπηση του Ιουνίου έδειξε ότι το 52% έκλινε προς το “ναι” στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Παράλληλα, στην αγορά προβλέψεων Polymarket, η πιθανότητα επικράτησης του “ναι”, αφού είχε φτάσει στο 67% στα μέσα Αυγούστου, υποχώρησε περίπου στο 52% λίγες ημέρες πριν από την ψηφοφορία.
«Αν κρίνω από την αίσθησή μου, τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο πίστευα ότι θα ήταν “όχι”. Και μετά, μέχρι τον Μάιο ή τον Ιούνιο, άρχισα να πιστεύω ότι θα είναι οριακά “ναι”», δήλωσε ο Χρόμπγιαρτσον.
Ορισμένοι βλέπουν ήδη τη μακριά σκιά των συνεπειών του Brexit να αντανακλάται στις συζητήσεις που διεξάγονται σε ολόκληρη τη χώρα. «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα ήμασταν καλύτερα χωρίς αυτή την ιδέα, επειδή πραγματικά διχάζει τις οικογένειες» δήλωσε ο Όλαφσον. «Είναι σαν δηλητήριο στην κοινωνία».
Ωστόσο, εάν ακόμη και η απλή συμφωνία να ξανανοίξει η συζήτηση περί ένταξης στην ΕΕ μπορεί μόλις και μετά βίας να περάσει από δημοψήφισμα, αυτό υποδηλώνει ότι, ακόμη κι αν η Ισλανδία προχωρήσει τώρα, η επιτυχία μιας μελλοντικής ψηφοφορίας για πλήρη ένταξη στο μπλοκ κάθε άλλο παρά εγγυημένη είναι, καταλήγει η Γκλόρια Ντίκι.
* Στην κεντρική φωτογραφία: Ο πρωθυπουργός της Πολωνίας Ντόναλντ Τουσκ και η πρωθυπουργός της Ισλανδίας Κρίστρουν Φρόσταντοτιρ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στη Βαρσοβία, στις 25 Φεβρουαρίου 2026. REUTERS/Kuba Stezycki







































