Σαράντα και πλέον χρόνια μετά τη μεγάλη σύγκρουση που οδήγησε τους Γερμανούς μεταλλεργάτες στην κατάκτηση της 35ωρης εβδομάδας εργασίας, η Γερμανία επιστρέφει σε μια συζήτηση που κάποτε θεωρούνταν οριστικά κλεισμένη.
Αυτή τη φορά, όμως, το ερώτημα δεν είναι μόνο εργασιακό. Βρίσκεται στην καρδιά μιας πολύ ευρύτερης συζήτησης για το μέλλον της γερμανικής βιομηχανίας και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, αναφέρουν οι Financial Times.
Επιφανή στελέχη της γερμανικής βιομηχανίας, μεταξύ των οποίων ο Μάρτιν Μπρούντερμιλερ, πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της Mercedes-Benz, υποστηρίζουν ότι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να επιστρέψουν σε εβδομάδα 40 ωρών, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των αποδοχών. Το επιχείρημα είναι ότι το κόστος εργασίας έχει καταστεί υπερβολικά υψηλό και υπονομεύει πλέον τη θέση της Γερμανίας απέναντι σε ανταγωνιστικές οικονομίες.
«Η εργασία έχει γίνει υπερβολικά ακριβή εδώ σε σχέση με τα διεθνή δεδομένα», δήλωσε στους FT ο Μπρούντερμιλερ, υποστηρίζοντας ότι η Γερμανία έχει χάσει το πλεονέκτημα παραγωγικότητας που διέθετε έναντι σημαντικών ανταγωνιστών της. Για τον ίδιο, η επιστροφή στο 40ωρο πρέπει να εξεταστεί σοβαρά.
Τα στοιχεία εξηγούν γιατί η συζήτηση αποκτά νέα ένταση. Το ωριαίο κόστος εργασίας στη γερμανική μεταποίηση ανέρχεται σε περίπου 49,50 ευρώ, έναντι 33,70 ευρώ κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης η διαφορά είναι ακόμη μεγαλύτερη: στην Ουγγαρία, για παράδειγμα, το κόστος ανέρχεται σε μόλις 15,60 ευρώ την ώρα.

Η Γερμανία εξακολουθεί να διαθέτει υψηλότερη παραγωγικότητα
Ωστόσο, το πλεονέκτημα αυτό έχει αρχίσει να περιορίζεται. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Μακροοικονομικής Πολιτικής και Έρευνας Οικονομικής Κύκλου (IMK), το μοναδιαίο κόστος εργασίας —δηλαδή το κόστος σε σχέση με την παραγωγή που δημιουργεί κάθε εργαζόμενος— έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται, επομένως, στο πόσο αμείβεται ένας Γερμανός εργαζόμενος. Είναι το πόσο κοστίζει η παραγωγή κάθε μονάδας προϊόντος στη Γερμανία σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Η συζήτηση για το 40ωρο έρχεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή για τη γερμανική βιομηχανία. Από την κορύφωσή της στα τέλη του 2017, η βιομηχανική παραγωγή έχει υποχωρήσει περισσότερο από 15%. Η κρίση είναι αποτέλεσμα μιας σειράς διαδοχικών πιέσεων: υψηλότερου ενεργειακού κόστους, εντονότερου κινεζικού ανταγωνισμού, αμερικανικών δασμών και της δύσκολης μετάβασης από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στα ηλεκτρικά οχήματα.
Για δεκαετίες, το υψηλό εργατικό κόστος στη Γερμανία αντισταθμιζόταν από άλλα σημαντικά πλεονεκτήματα. Η χώρα διέθετε εξαιρετικές υποδομές, πολιτική σταθερότητα, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και ένα πυκνό δίκτυο βιομηχανικών επιχειρήσεων και προμηθευτών. Σύμφωνα με τον Μάρκους Μπέρετ της Roland Berger, όμως, αυτά τα πλεονεκτήματα έχουν περιοριστεί την ίδια στιγμή που το χάσμα κόστους με την ανατολική Ευρώπη και άλλες ανταγωνιστικές περιοχές έχει διευρυνθεί.

Μείωση απασχολούμενων στη βιομηχανία
Η συνέπεια αποτυπώνεται πλέον στην απασχόληση. Παρά τη μεγάλη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, περίπου 6,5 εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να εργάζονται στη γερμανική μεταποίηση. Ωστόσο, ο Μπέρετ εκτιμά ότι ο αριθμός αυτός μπορεί να μειωθεί κάτω από τα πέντε εκατομμύρια. Ήδη, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, χάνονται κάθε μήνα 12.000 έως 15.000 θέσεις εργασίας στη μεταποίηση, ενώ μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Volkswagen έχουν προειδοποιήσει για σημαντικές περικοπές.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της αντιπαράθεσης. Οι υποστηρικτές του 40ώρου υποστηρίζουν ότι η αύξηση των ωρών εργασίας χωρίς αντίστοιχη αύξηση του εβδομαδιαίου μισθολογικού κόστους θα μπορούσε να μειώσει το κόστος ανά μονάδα προϊόντος. Η μετάβαση από τις 35 στις 40 ώρες αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 14% του διαθέσιμου χρόνου εργασίας. Εάν η παραγωγή αυξηθεί αντίστοιχα, το κόστος ανά μονάδα προϊόντος μπορεί να υποχωρήσει.
Ο Μάρτιν Βέρντινγκ, μέλος του Γερμανικού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, θεωρεί ότι η σημερινή κατάσταση είναι διαφορετική από εκείνη του παρελθόντος. Οι επιχειρήσεις, υποστηρίζει, δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζουν τις διακυμάνσεις της ζήτησης βασιζόμενες αποκλειστικά σε προσωρινό προσωπικό. Η πρόκληση είναι πλέον τόσο μεγάλη ώστε απαιτούνται βαθύτερες αλλαγές.
Τα συνδικάτα, όμως, απορρίπτουν την ιδέα ότι η 35ωρη εβδομάδα αποτελεί το βασικό πρόβλημα. Η IG Metall, το ισχυρότερο συνδικάτο της γερμανικής βιομηχανίας, υποστηρίζει ότι οι συλλογικές συμβάσεις ήδη επιτρέπουν σημαντική ευελιξία στις επιχειρήσεις.
Η Ναντίνε Μπογκουλάφσκι, υπεύθυνη συλλογικών διαπραγματεύσεων της IG Metall, υποστηρίζει ότι η «άκαμπτη 35ωρη εβδομάδα» που παρουσιάζεται συχνά στη δημόσια συζήτηση απλώς δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Οι επιχειρήσεις, σύμφωνα με την ίδια, μπορούν ήδη να αυξάνουν ή να μειώνουν τις ώρες εργασίας ανάλογα με τις ανάγκες τους.

Η αύξηση ωραρίου μπορεί να γυρίζει μπούμερανγκ
Το συνδικάτο φοβάται, επιπλέον, ότι η επιστροφή στο 40ωρο θα μπορούσε να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκουν οι εργοδότες. Εάν οι ίδιοι εργαζόμενοι εργάζονται περισσότερες ώρες, οι επιχειρήσεις μπορεί να χρειάζονται λιγότερο προσωπικό. Η 35ωρη εβδομάδα, άλλωστε, θεσπίστηκε στη δεκαετία του 1980 ακριβώς με την αντίστροφη λογική: να μοιραστεί η διαθέσιμη εργασία σε περισσότερους ανθρώπους.
Οι εργοδότες απαντούν ότι η εργασία δεν είναι δεδομένη ποσότητα που απλώς μοιράζεται. Εάν το κόστος παραγωγής στη Γερμανία παραμείνει υψηλό, οι επιχειρήσεις μπορεί να μεταφέρουν παραγωγικές δραστηριότητες στο εξωτερικό ή να τις εγκαταλείψουν. Σε αυτή την περίπτωση, υποστηρίζουν, η μείωση των ωρών δεν προστατεύει τις θέσεις εργασίας και μπορεί τελικά να τις μειώσει.
Η αντιπαράθεση, επομένως, είναι πολύ μεγαλύτερη από μια συμβολική μάχη για το 35ωρο ή το 40ωρο. Είναι μια σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το πώς μπορεί να διασωθεί η γερμανική βιομηχανία.
Η μία πλευρά θεωρεί ότι περισσότερες ώρες εργασίας μπορούν να μειώσουν το κόστος και να κρατήσουν την παραγωγή στη Γερμανία. Η άλλη φοβάται ότι η αύξηση των ωρών θα οδηγήσει σε λιγότερες θέσεις εργασίας χωρίς να αντιμετωπίσει τα πραγματικά προβλήματα: την ενέργεια, την τεχνολογική μετάβαση, τον κινεζικό ανταγωνισμό και την επενδυτική αδυναμία.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το σημαντικότερο σημείο. Η γερμανική βιομηχανία δεν βρίσκεται αντιμέτωπη απλώς με ένα πρόβλημα «πολλών αργιών» ή «λίγων ωρών εργασίας». Αντιμετωπίζει μια βαθύτερη αλλαγή στο παγκόσμιο βιομηχανικό μοντέλο. Το 40ωρο μπορεί να προσφέρει κάποια ανακούφιση στο κόστος, αλλά δύσκολα από μόνο του θα αποκαταστήσει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που έχασε η Γερμανία.
Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα δυσκολότερο ερώτημα: όχι πόσο περισσότερο πρέπει να εργάζονται οι Γερμανοί, αλλά πώς μπορεί κάθε ώρα εργασίας να παράγει περισσότερη αξία. Και αυτή η συζήτηση αφορά πλέον όχι μόνο τα συνδικάτα και τις επιχειρήσεις, αλλά το ίδιο το βιομηχανικό μέλλον της Γερμανίας.

































