Υπέρ μιας νέας αύξησης των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, από το 2,25% στο 2,50%, στη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου, τάσσεται ο γνωστός για τη γερακίσια στάση του πρόεδρος της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ Η θέση του Γερμανού κεντρικού τραπεζίτη αποτυπώνει την πιο «σκληρή» προσέγγιση στο ζήτημα του πληθωρισμού, καθώς θεωρεί ότι η ΕΚΤ δεν έχει ακόμη πετύχει τον στόχο της για σταθερότητα τιμών.
Όπως υποστηρίζει ο Νάγκελ, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη βρίσκεται πλέον κοντά στο 3%, αρκετά πάνω από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%. Με βάση τις προβολές της ΕΚΤ, η επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο προϋποθέτει υψηλότερα επιτόκια. Για τον ίδιο, επομένως, η αύξηση του Σεπτεμβρίου αποτελεί μια λογική και αναμενόμενη κίνηση.
«Ο πληθωρισμός είναι υπερβολικά υψηλός», είναι ουσιαστικά το κεντρικό μήνυμα του Νάγκελ. Και ο κίνδυνος, όπως εξηγεί, δεν περιορίζεται στις σημερινές τιμές. Όσο ο πληθωρισμός παραμένει για μεγάλο διάστημα πάνω από τον στόχο, αυξάνεται η πιθανότητα να δημιουργηθούν οι λεγόμενες δευτερογενείς επιδράσεις: οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα μπορεί να ζητήσουν υψηλότερες αυξήσεις μισθών, προκειμένου να αντισταθμίσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης. Έτσι, ο αρχικός πληθωριστικός παράγοντας μπορεί να μετατραπεί σε έναν ευρύτερο και πιο επίμονο κύκλο αυξήσεων τιμών και μισθών.
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι μια αύξηση επιτοκίων δεν μπορεί να μειώσει άμεσα την τιμή του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η νομισματική πολιτική πρέπει να εμποδίσει τις αυξήσεις αυτές να μεταφερθούν σε ολόκληρη την οικονομία.

Ο Νάγκελ θέλει προσεκτικά βήματα
Ο Νάγκελ εμφανίζεται, πάντως, πιο επιφυλακτικός για το τι θα συμβεί μετά τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου. Οι τιμές ενέργειας παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις, οι χρηματοπιστωτικές αγορές παραμένουν ευμετάβλητες και οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν σημαντική αβεβαιότητα. Για τον λόγο αυτό υποστηρίζει τη γνωστή προσέγγιση της ΕΚΤ, «συνεδρίαση προς συνεδρίαση», χωρίς προαναγγελία των επόμενων κινήσεων.
Η άποψή του δεν βασίζεται μόνο στον πληθωρισμό. Ο πρόεδρος της Bundesbank θεωρεί ότι η οικονομία της ευρωζώνης έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική από ό,τι αναμενόταν. Η ανάπτυξη το δεύτερο τρίμηνο ήταν ισχυρότερη των προβλέψεων, ενώ στη Γερμανία οι εξαγωγές εμφανίζονται σχετικά σταθερές και οι βιομηχανικές παραγγελίες σε ικανοποιητικό επίπεδο. Για τη γερμανική οικονομία εκτιμά ότι η ανάπτυξη μπορεί να κινηθεί περίπου στο 1% φέτος, επίδοση καλύτερη από εκείνη που προέβλεπε η Bundesbank τον Ιούνιο.
Την ίδια στιγμή, ο Νάγκελ δεν αγνοεί τον κίνδυνο που δημιουργεί η άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων διεθνώς, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Η αύξηση των απαιτούμενων αποδόσεων στις αγορές δυσκολεύει τη νομισματική πολιτική, αλλά η απάντηση, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να είναι η προσήλωση της ΕΚΤ στην αποστολή της: τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών.
Η στάση του έχει ιδιαίτερο βάρος και λόγω του θεσμικού του ρόλου. Η Bundesbank έχει ιστορικά συνδεθεί με την αυστηρή αντιμετώπιση του πληθωρισμού, όμως ο Νάγκελ επιχειρεί παράλληλα να εμφανίσει μια πιο ευρωπαϊκή εικόνα της γερμανικής κεντρικής τράπεζας.
Υποστηρίζει βαθύτερη οικονομική ολοκλήρωση στην Ευρώπη, μεγαλύτερη ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και ισχυρότερη ευρωπαϊκή οικονομία.
Ωστόσο, στο μέτωπο των επιτοκίων το μήνυμά του παραμένει σαφές: ο στόχος του 2% δεν έχει ακόμη επιτευχθεί και η ΕΚΤ δεν πρέπει να χαλαρώσει πρόωρα τη νομισματική πολιτική. Για τον Νάγκελ, το κόστος μιας προσωρινά πιο αυστηρής πολιτικής είναι μικρότερο από τον κίνδυνο να παγιωθεί ένας πληθωρισμός γύρω από το 3%.



































