Η ανάπαυλα ενός μήνα στις εχθροπραξίες μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έλαβε τέλος αυτή την εβδομάδα, με τις δύο πλευρές να ανταλλάσσουν εκ νέου πυρά και τη Μέση Ανατολή να επιστρέφει σε μια εξαιρετικά εύθραυστη στρατιωτική ισορροπία.
Οι ΗΠΑ έπληξαν ξανά το Ιράν την Τρίτη, με την Τεχεράνη να απαντά εξαπολύοντας επιθέσεις κατά της Ιορδανίας, του Μπαχρέιν και του Κουβέιτ. Η ιρανική αντίδραση ήρθε παρά την προειδοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οποιαδήποτε αντίποινα θα οδηγούσαν σε ακόμη σκληρότερα αμερικανικά πλήγματα.
Σε αντίθεση, πάντως, με τις πολύ σφοδρότερες επιθέσεις που είχαν σημειωθεί περισσότερο από έναν μήνα νωρίτερα, αυτή τη φορά η ανταλλαγή πυρών παρέμεινε περιορισμένη. Σύμφωνα με αναλυτές, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη επιθυμούν, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, την επιστροφή σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Ο Danny Citrinowicz, πρώην επικεφαλής του τμήματος για το Ιράν στις ισραηλινές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών, επισήμανε ότι οι δύο πλευρές έχουν επικεντρώσει μέχρι στιγμής τα πλήγματά τους κυρίως σε στρατιωτικούς και όχι σε πολιτικούς ή ενεργειακούς στόχους. Παράλληλα, παρά τις απειλές Ιρανών αξιωματούχων, η Τεχεράνη δεν έχει επαναλάβει τις επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Κανείς δεν θέλει γενικευμένο πόλεμο – Αλλά το αδιέξοδο δεν αντέχει
Η αυτοσυγκράτηση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει απομακρυνθεί. Αντίθετα, η σημερινή κατάσταση αφήνει σημαντικά περιθώρια για έναν λανθασμένο υπολογισμό που θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέα γενικευμένη σύγκρουση.
«Καμία πλευρά δεν θέλει να επιστρέψει σε πόλεμο πλήρους κλίμακας», ανέφερε ο Hamidreza Azizi, ανώτερος αναλυτής για το Ιράν στο International Crisis Group (ICG). Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι τόσο οι παρεμβάσεις του Ιράν στην κυκλοφορία μέσω των Στενών του Ορμούζ όσο και η οικονομική πίεση που ασκούν οι ΗΠΑ στην Τεχεράνη γίνονται «ολοένα και περισσότερο μη βιώσιμες» για τις δύο πλευρές.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, εμφανίζεται απρόθυμος να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις. Έχει δηλώσει ότι δεν τον ενδιαφέρει εάν η Τεχεράνη υπογράψει μια συμφωνία που θεωρεί «χωρίς αξία» για την ίδια, υποστηρίζοντας ότι προτιμά πολύ περισσότερο τη θέση στην οποία βρίσκονται σήμερα οι ΗΠΑ.

Πίσω από τη σκληρή ρητορική, όμως, το κόστος του πολέμου αρχίζει να γίνεται αισθητό και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με το CNN, έως τον Ιούλιο η σύγκρουση είχε ήδη κοστίσει στην Ουάσιγκτον περίπου 40 δισ. δολάρια, την ώρα που η δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινής γνώμης εντείνεται.
Το πετρέλαιο και το στοίχημα του Ορμούζ
Η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να θεωρεί ότι έχει καταγράψει μια επιτυχία στα Στενά του Ορμούζ. Την Τρίτη, ο αμερικανικός στρατός συνόδευσε μέσω του στρατηγικού περάσματος 40 εμπορικά πλοία που μετέφεραν συνολικά 18 εκατ. βαρέλια πετρελαίου, επίδοση που, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, αποτελεί ρεκόρ για την περίοδο του πολέμου.
Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν έχει εξομαλύνει την κατάσταση στην ενεργειακή αγορά. Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου, παρά τη μικρή υποχώρησή τους την Πέμπτη, εξακολουθούν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα.
Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή της βενζίνης έχει φθάσει τα 4,14 δολάρια ανά γαλόνι, από 3,19 δολάρια έναν χρόνο νωρίτερα. Την ίδια στιγμή, τα αποθέματα του αμερικανικού Στρατηγικού Αποθέματος Πετρελαίου έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1983, καθώς η κυβέρνηση χρησιμοποιεί πετρέλαιο έκτακτης ανάγκης για να περιορίσει τις επιπτώσεις της σύγκρουσης.

Ο αντιπρόεδρος J.D. Vance δεν μπόρεσε την Πέμπτη να δώσει ούτε ένα χρονοδιάγραμμα για τον τερματισμό του πολέμου ούτε μια εκτίμηση για το πότε οι τιμές της βενζίνης θα επιστρέψουν κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα, μεταφέροντας ουσιαστικά στην Τεχεράνη την ευθύνη για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Οι ανησυχίες φαίνεται ότι φθάνουν μέχρι την ηγεσία του αμερικανικού στρατεύματος
Αδειάζει το αμερικανικό οπλοστάσιο
Η πίεση δεν περιορίζεται στην οικονομία και στην ενέργεια. Ο αμερικανικός στρατός καταναλώνει με ταχύ ρυθμό κρίσιμα αποθέματα πυρομαχικών, ενώ παράλληλα δεσμεύει ιδιαίτερα δαπανηρά στρατιωτικά μέσα.
Πηγές με γνώση της κατάστασης είχαν αναφέρει στο CNN ότι οι ΗΠΑ είχαν ήδη χρησιμοποιήσει σχεδόν το 80% των αναχαιτιστικών πυραύλων ενός κρίσιμου συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας.
Ειδικότερα, από την έναρξη του πολέμου ο αμερικανικός στρατός φέρεται να έχει καταναλώσει σχεδόν τα τέσσερα πέμπτα των αποθεμάτων πυραύλων THAAD που διέθετε προπολεμικά και περίπου τους μισούς αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot.
Ο Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν «τεράστιες ποσότητες» πυρομαχικών, παραδέχθηκε όμως ότι σε ορισμένες κατηγορίες τα περιθώρια είναι πλέον πιο περιορισμένα.
Οι ανησυχίες φαίνεται ότι φθάνουν μέχρι την ηγεσία του αμερικανικού στρατεύματος. Η Washington Post ανέφερε ότι στρατιωτικοί αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει τον υπουργό Άμυνας Pete Hegseth πως η παρατεταμένη διεξαγωγή επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας κατά του Ιράν δεν είναι βιώσιμη και θα μπορούσε να αποδυναμώσει την ικανότητα των ΗΠΑ να ανταποκριθούν σε άλλες απειλές. Το CNN σημειώνει ότι δεν έχει επιβεβαιώσει ανεξάρτητα το συγκεκριμένο δημοσίευμα.
Ο πόλεμος «χτυπά» τον Τραμπ στο εσωτερικό
Το κόστος της σύγκρουσης αποτυπώνεται πλέον και πολιτικά. Η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου έχει υποχωρήσει αισθητά, με σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης να αποδοκιμάζει τη διαχείριση του πολέμου.
Δημοσκόπηση του University of Massachusetts Amherst έδειξε ότι περισσότεροι από δύο στους τρεις Αμερικανούς που συμμετείχαν στην έρευνα αποδοκιμάζουν τους χειρισμούς του Τραμπ στη σύγκρουση με το Ιράν. Στην ίδια μέτρηση, η συνολική αποδοχή του Αμερικανού προέδρου περιορίζεται στο 32%.
Ιράν: Πληθωρισμός 66% και οικονομία υπό ασφυκτική πίεση
Αν το κόστος αυξάνεται για τις ΗΠΑ, στο Ιράν οι συνέπειες είναι πολύ βαρύτερες. Η ήδη εύθραυστη ιρανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ασφυκτικές πιέσεις, καθώς η χώρα δυσκολεύεται να διαθέσει το πετρέλαιό της στις διεθνείς αγορές και ταυτόχρονα εξαντλεί μέρος των στρατιωτικών αποθεμάτων της.
Ο πληθωρισμός έχει φθάσει σε «ανησυχητικά επίπεδα», σύμφωνα με ιρανικά μέσα ενημέρωσης που συνδέονται με το κράτος, ενώ πολλές οικογένειες της εργατικής τάξης δυσκολεύονται πλέον να αγοράσουν βασικά τρόφιμα.
Σύμφωνα με το Iranian Labour News Agency (ILNA), ο ετήσιος πληθωρισμός στο δωδεκάμηνο έως τον Ιούλιο εκτοξεύθηκε στο 66%.
Ο Arash Azizi, ειδικός σε θέματα Ιράν με έδρα τις ΗΠΑ, εκτιμά ότι η οικονομία της χώρας έχει υποστεί τεράστιο πλήγμα. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, «το καθεστώς γνωρίζει ότι μια ολοκληρωτική συνθηκολόγηση θα μπορούσε να οδηγήσει στην πτώση του».
Ακριβώς αυτό δημιουργεί έναν ακόμη κίνδυνο: όσο εντείνεται η οικονομική πίεση, τόσο ισχυρότερο μπορεί να γίνεται το κίνητρο της Τεχεράνης να κλιμακώσει, επιχειρώντας να σπάσει το σημερινό αδιέξοδο.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ιρανική ηγεσία δεν μπορεί να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα που επιχειρεί να διαμορφώσει η Ουάσιγκτον στα Στενά του Ορμούζ
Το Ιράν δεν υποχωρεί
Η ταχύτητα και η έκταση της αντίδρασης της Τεχεράνης στα τελευταία αμερικανικά πλήγματα δείχνουν, σύμφωνα με τον Hamidreza Azizi, ότι το Ιράν επιλέγει να απαντήσει αντί να υποχωρήσει.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ιρανική ηγεσία δεν μπορεί να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα που επιχειρεί να διαμορφώσει η Ουάσιγκτον στα Στενά του Ορμούζ.
Ο Citrinowicz εντοπίζει μάλιστα μια θεμελιώδη αντίφαση στις στρατηγικές των δύο πλευρών. Η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιδιώκει να αποφύγει περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση και να μεταφέρει το βάρος της αντιπαράθεσης στο οικονομικό πεδίο. Η Τεχεράνη, αντίθετα, επιχειρεί να διαταράξει την κυκλοφορία των δεξαμενόπλοιων και να αμφισβητήσει την προσπάθεια των ΗΠΑ να επιβάλουν μια νέα κατάσταση στα Στενά.
Η πόρτα των διαπραγματεύσεων παραμένει μισάνοιχτη
Παρά την κλιμάκωση, το Ιράν δηλώνει ότι παραμένει έτοιμο να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η Ουάσιγκτον θα επανέλθει στις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει με το μνημόνιο κατανόησης του Ιουνίου.
«Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιστρέψουν στις δεσμεύσεις τους βάσει του προαναφερθέντος μνημονίου κατανόησης, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα ανταποκριθεί αμέσως», δήλωσε ο Ιρανός πρόεδρος Masoud Pezeshkian στο περιθώριο της συνόδου του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης στο Κιργιστάν.
Ο Τραμπ, από την άλλη πλευρά, επιμένει ότι δεν επιδιώκει να εξαναγκάσει το Ιράν να επιστρέψει στις συνομιλίες. Μετά τα ιρανικά αντίποινα της Τρίτης υποστήριξε ότι προτιμά τη σημερινή θέση των ΗΠΑ, κάνοντας λόγο για «σχεδόν πλήρη έλεγχο» των Στενών του Ορμούζ και για μια ιρανική οικονομία που «καταρρέει ολοκληρωτικά».
Η ισορροπία που δύσκολα θα κρατήσει
Έτσι, ΗΠΑ και Ιράν βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μια παράδοξη κατάσταση: καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να επιθυμεί έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, αλλά καμία δεν εμφανίζεται και διατεθειμένη να υποχωρήσει.
Ο Citrinowicz συνοψίζει τον κίνδυνο επισημαίνοντας ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη κατανοούν μεν τις συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, αλλά εξακολουθούν να «ανεβαίνουν τη σκάλα της κλιμάκωσης».
Και το βασικό πρόβλημα, όπως προειδοποιεί, είναι ότι «αυτή η ισορροπία είναι απίθανο να διατηρηθεί».






























