Ισχυρή δυναμική εμφανίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η Goldman Sachs. Η Ελλάδα καταγράφει μία από τις υψηλότερες αυξήσεις καταθέσεων στην Ευρώπη, κατά 9,1% σε ετήσια βάση, ενώ βρίσκεται επίσης μεταξύ των χωρών με την ταχύτερη πιστωτική επέκταση, με τα δάνεια να αυξάνονται κατά 6,2%.
Οι καταθέσεις εξακολουθούν να αυξάνονται με ισχυρούς ρυθμούς σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, με το συνολικό τους ύψος να ανέρχεται στα 13,75 τρισ. ευρώ και την ετήσια αύξηση να διαμορφώνεται στο 4,1%.
Ωστόσο, η Ελλάδα ξεχωρίζει αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με αύξηση καταθέσεων 9,1% σε ετήσια βάση, καταγράφει την ισχυρότερη επίδοση μεταξύ των μεγάλων αγορών που εξετάζει η Goldman Sachs.
Ακολουθούν η Ολλανδία με 7,1%, η Πορτογαλία με 6,3%, η Ιρλανδία με 5,3% και η Ισπανία με 5%.
Για την Ελλάδα, τα συνολικά υπόλοιπα καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν πλέον κινηθεί στην περιοχή των 220 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η καταθετική βάση των ελληνικών τραπεζών συνεχίζει να ενισχύεται.

Πολύ χαμηλότερο το deposit beta στην Ελλάδα
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί θετικά τις ελληνικές τράπεζες αφορά το κόστος των καταθέσεων. Στην Ευρωζώνη, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο καταθέσεων πελατών παρέμεινε τον Ιούλιο του 2026 περίπου στις 95 μονάδες βάσης, δηλαδή στο 0,95%.
Το λεγόμενο through-cycle deposit beta στην Ευρωζώνη διαμορφώνεται περίπου στο 30%, έχοντας αυξηθεί κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες από την κορύφωση των επιτοκίων τον Μάιο του 2024.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, τα στοιχεία της Goldman Sachs δείχνουν συνολικό deposit beta περίπου 13%, δηλαδή σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η διαφορά είναι κρίσιμη για την κερδοφορία των τραπεζών, καθώς σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν μετακυλίσει στους καταθέτες μικρότερο μέρος της ανόδου των επιτοκίων.
Παράλληλα, περίπου 76% των καταθέσεων στην Ελλάδα παραμένει σε overnight λογαριασμούς, με εξαιρετικά χαμηλό κόστος χρηματοδότησης.
Τον Ιούλιο, το μέσο επιτόκιο των overnight καταθέσεων ήταν μόλις 0,06%, έναντι 1,52% για τις καταθέσεις μεγαλύτερης διάρκειας, με το συνολικό κόστος καταθέσεων να διαμορφώνεται κοντά στο 0,39%.

Επιταχύνονται τα δάνεια στην Ευρωζώνη
Θετική είναι η εικόνα και στην πιστωτική επέκταση. Τα συνολικά δάνεια στην Ευρωζώνη, εξαιρουμένων των χορηγήσεων προς χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, αυξήθηκαν τον Ιούλιο κατά 3,7% σε ετήσια βάση, έναντι 3,5% τον Ιούνιο και μόλις 2,7% τον Ιανουάριο.
Η χρηματοδότηση των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 3,1%, ενώ ακόμη μεγαλύτερη είναι η δυναμική στις επιχειρήσεις, όπου η πιστωτική επέκταση έφθασε στο 4,5%, από 2,3% στις αρχές του έτους.
Και σε αυτό το μέτωπο η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις. Η ισχυρότερη αύξηση δανείων καταγράφεται στην Πορτογαλία με 8,5%, ακολουθεί η Ολλανδία με 7,6% και αμέσως μετά βρίσκεται η Ελλάδα με 6,2%. Ακολουθούν Ιρλανδία με 5,8% και Βέλγιο με 5,7%.
Στα 120 δισ. ευρώ τα ελληνικά δάνεια
Στην Ελλάδα, το συνολικό ύψος των δανείων έχει φθάσει περίπου στα 120 δισ. ευρώ, με την πιστωτική επέκταση να καθοδηγείται κυρίως από τις επιχειρήσεις. Η εικόνα αποτυπώνει μια σαφή μετατόπιση του τραπεζικού χαρτοφυλακίου προς την εταιρική πίστη.
Το μερίδιο των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έχει αυξηθεί από περίπου 55% το 2023 σε 63%, ενώ το μερίδιο των νοικοκυριών έχει περιοριστεί από 37% σε περίπου 28%.
Οι χορηγήσεις προς επιχειρήσεις έχουν αυξηθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια, αποτελώντας πλέον τον βασικό κινητήρα της πιστωτικής επέκτασης.
Στα 1,27 τρισ. ευρώ η πλεονάζουσα ρευστότητα στην Ευρωζώνη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συνολική θέση ρευστότητας των ευρωπαϊκών τραπεζών. Η Goldman Sachs υπολογίζει ότι η πλεονάζουσα ρευστότητα, δηλαδή η διαφορά μεταξύ καταθέσεων και δανείων —εξαιρουμένων των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων— έχει αυξηθεί κατά 8% σε ετήσια βάση, φθάνοντας τα 1,27 τρισ. ευρώ.
Οι καταθέσεις ανέρχονται σε 13,75 τρισ. ευρώ έναντι δανείων 12,48 τρισ. ευρώ.
Ωστόσο, η Goldman Sachs επισημαίνει ότι, παρά την ισχυρή ετήσια αύξηση, η πλεονάζουσα ρευστότητα έχει αρχίσει να υποχωρεί σε μηνιαία βάση.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη ότι μεγαλύτερο μέρος της διαθέσιμης τραπεζικής ρευστότητας αρχίζει να διοχετεύεται στην οικονομία μέσω νέων δανείων.




































