array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
    [1]=>
    string(17) "News and Politics"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(7) "Economy"
    [1]=>
    string(16) "Political Issues"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(8) "negative"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(28) "Law Gov & Politics: Politics"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(22) "Opinion and Editorial1"
}

Μας λένε ότι ο φόρος στον πλούτο είναι καταστροφή – την ώρα που τον θεσπίζουν άλλες χώρες!

Η κυβέρνηση παρουσίασε ενδεχόμενο φόρο στον μεγάλο πλούτο ως καταστροφή. Την ίδια ώρα η Ουγγαρία μόλις ψήφισε ακριβώς έναν τέτοιο φόρο

Μας λένε ότι ο φόρος στον πλούτο είναι καταστροφή – την ώρα που τον θεσπίζουν άλλες χώρες!

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Όταν ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε ότι το πρόγραμμα της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης περιλαμβάνει την «Πατριωτική Εισφορά», δηλαδή μια φορολογία στον μεγάλο πλούτο, η αντίδραση της κυβέρνησης και του φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος ήταν να τον κατηγορήσουν για ανευθυνότητα, για μια πολιτική καταστροφική και να κινδυνολογήσουν για «ριφιφί στις θυρίδες» (κάτι που παρεμπιπτόντως προβλέπεται με έναν τρόπο και σήμερα, δηλαδή τιμαλφή υψηλής αξίας σε θυρίδες, η προέλευση των οποίων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, να φορολογηθούν).

Ακριβώς, γι’ αυτόν τον λόγο έχει μεγάλο ενδιαφέρον η είδηση ότι η Ουγγαρία ετοιμάζεται να ψηφίσει νόμο που κάνει ακριβώς αυτό, δηλαδή φορολογεί τον πλούτο.

Η πρόταση της κυβέρνησης του Πέτερ Μαγάρ, την επικράτηση του οποίου απέναντι στον Βίκτορ Όρμπαν χαιρέτισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι να επιβληθεί φόρος 1% στις περιουσίες άνω του ενός δισεκατομμυρίου φιορινιών (περίπου πάνω από 2,81 εκατομμύρια ευρώ). Η ουγγρική κυβέρνηση ελπίζει ότι έτσι θα έχει έσοδα ανάμεσα 300 με 600 δισεκατομμύρια φιορίνια. (0,8 – 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ).

Ούτως ή άλλως, φόροι επί του πλούτου υπάρχουν και σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, όπως η Νορβηγία, η Ισπανία, η Ελβετία και η Κολομβία. Άλλες χώρες έχουν φορολογία στον πλούτο αλλά μόνο στα ακίνητα. όπως ισχύει με τη Γαλλία, ή μόνο στα επενδυτικά προϊόντα στο εξωτερικό. όπως η Ιταλία, ή στα χρεόγραφα όπως το Βέλγιο, ή τις αποδόσεις περιουσιακών στοιχείων, όπως η Ολλανδία.

Είναι αλήθεια ότι χώρες που είχαν στο παρελθόν φόρο επί του πλούτου, στη συνέχεια τους κατήργησαν κυρίως υπό την πίεση πολύ πλούσιων κατοίκων που επέλεγαν να πάνε σε άλλες χώρες για να αποφύγουν τη φορολογία. Σημειώνω πάντως ότι οι χώρες αυτές – πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα η Σουηδία – είχαν πιο υψηλούς φόρους επί του πλούτου σε σχέση με αυτούς που συζητάμε σήμερα.

Και βέβαια, ας σημειώσουμε ότι η χώρα μας έχει ήδη έναν «φόρο πλούτου» σε ισχύ: τον ΕΝΦΙΑ, χωρίς να διαφαίνεται στον ορατό ορίζοντα ενδεχόμενο κατάργησης (και όχι απλής «ελάφρυνσης), παρότι μνημονιακός.

Όλα αυτά τι δείχνουν: ότι το ερώτημα για τη φορολογία του μεγάλου πλούτου είναι πραγματικό. Και αυτό γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι αυτή τη στιγμή οι πραγματικά πλούσιοι, ας πούμε το 1% παγκοσμίως, δεν φορολογούνται πραγματικά στην κλίμακα που θα έπρεπε και αυτό επιτείνει την οικονομική και κοινωνική ανισότητα σε πλανητική κλίμακα, αλλά και στερεί από κράτη και κυβερνήσεις πόρους που θα μπορούσαν να επενδυθούν σε υποδομές, αλλά και σε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του φτωχότερου τμήματος του παγκόσμιου πληθυσμού.

Τα παραδοσιακά μέσα φορολογίας εισοδήματος δεν επαρκούν, εκτός των άλλων γιατί το τι καταγράφεται ως ατομικό φορολογητέο εισόδημα αυτών των ανθρώπων δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό εισόδημα και πλούτο που τους ανοίκουν. Επιπλέον, υπάρχουν τμήματα αυτού του εισοδήματος όπως είναι τα επιχειρηματικά κέρδη, τα μερίσματα, οι αποδόσεις, που υπάρχει όριο στο πόσο μπορούν να φορολογηθούν, ακριβώς για να υπάρχει κίνητρο για επένδυση.

Αντιθέτως, η φορολόγηση του πολύ μεγάλου πλούτου, με ένα πολύ χαμηλό ποσοστό, όπως είναι το 1%, επιτρέπει να συγκεντρωθούν σημαντικά ποσά που μπορούν να αξιοποιηθούν, χωρίς ταυτόχρονα να φαντάζει «υπέρογκη» φορολογία ή «αποθάρρυνση» των επενδυτών να εγκατασταθούν στη χώρα.

Επομένως, το ζήτημα σε σχέση με έναν φόρο όπως η «Πατριωτική Εισφορά» δεν είναι εάν θα φέρει την καταστροφή γιατί προφανώς και δεν θα τη φέρει. Ούτε εάν θα «διώξει» τους επενδυτές, γιατί πάντα μπορούν να υπάρχουν ειδικές προβλέψεις.

Το ζήτημα είναι εάν υπάρχει όχι απλώς πολιτική βούληση αλλά στοιχειώδης ηθική και ιδεολογική δέσμευση ότι αυτό είναι θεμιτό και αναγκαίο.

Να το πω διαφορετικά, από μια κυβέρνηση ο εκπρόσωπος της οποίας περίπου είπε ότι όσοι είναι άνεργοι αυτό συμβαίνει επειδή δεν θέλουν να εργαστούν και όχι επειδή δεν βρίσκουν εργασία, δύσκολα μπορεί κανείς να περιμένει θετική τοποθέτηση υπέρ μέτρων κοινωνικής αναδιανομής και δικαιοσύνης.

Όμως, αυτό δεν αναιρεί την αναγκαιότητα τέτοιων μέτρων, εάν τουλάχιστον εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι το κοινωνικό κράτος και η αξιοπρέπεια της εργασίας αποτελούν τα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής.

Γιατί προφανώς εάν θεωρούμε ότι η κοινωνία είναι μια ζούγκλα όπου επιβιώνει ο ισχυρότερος και στην καλύτερη των περιπτώσεων κάποια ψίχουλα μπορεί να φτάσουν στους φτωχούς, τότε προφανώς δεν τίθεται ζήτημα για μέτρα όπως η φορολόγηση του πλούτου.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η εφαρμογή τέτοιων μέτρων είναι εύκολη. Πέραν από την πολιτική βούληση, χρειάζεται σημαντική προεργασία για να γίνει εφικτή η πραγματική αποτύπωση όλου αυτού του πλούτου, συχνά καμουφλαρισμένου μέσα σε αλυσίδες «εταιρειών – κελυφών», συχνά «παρκαρισμένου» σε «φορολογικούς παραδείσους, η αποτίμησή του και η εκτίμηση του φόρου που πρέπει να επιβληθεί, όπως και των τρόπων με τους οποίους μπορεί να εξασφαλιστεί η είσπραξη αυτής της φορολογίας.

Όμως, είναι σημαντικό ότι η συζήτηση αυτή άνοιξε ενώπιον μιας κοινωνίας που έχει μια ευκαιρία να κρίνει και τις αξιακές αφετηρίες των διαφορετικών πολιτικών προγραμμάτων.

Σε τελική ανάλυση, δεν είναι η πρώτη φορά που μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης συναντούν αντιδράσεις: από την κατοχύρωση του 8ωρου, έως την κοινωνική ασφάλιση, και από την κατάργηση της παιδικής εργασίας έως την ύπαρξη δημόσιου συστήματος υγείας, πάντα υπήρχαν οι φωνές που έλεγαν ότι όλα αυτά θα φέρουν «οικονομική καταστροφή»…

Πηγή: in.gr

OT Originals
Περισσότερα από Opinion

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies