Η Κίνα αύξησε περαιτέρω τα αποθέματα χρυσού της τον περασμένο μήνα, επεκτείνοντας το σερί αγορών της σε διάστημα που πλησιάζει τη διετία, καθώς οι τιμές υποχωρούν προς τα 4.000 δολάρια η ουγγιά.
Τα αποθέματα χρυσού της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας αυξήθηκαν κατά 740.000 ουγγιές τον Σεπτέμβριο, σηματοδοτώντας τον 23ο συνεχή μήνα συσσώρευσης, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν την Τετάρτη. Η κεντρική τράπεζα —που συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους αγοραστές χρυσού παγκοσμίως— έχει εντείνει τις αγορές της τους τελευταίους μήνες, μετά την πτώση των τιμών.
Η τιμή του χρυσού υποχώρησε κατά περισσότερο από 6% τον Σεπτέμβριο, καθώς η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή τροφοδότησε τον πληθωρισμό, ωθώντας την Fed σε αύξηση των επιτοκίων. Παρά την εξέλιξη αυτή, ορισμένοι από τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων παγκοσμίως έχουν δείξει ότι εξακολουθούν να ποντάρουν στη διατήρηση των μακροπρόθεσμων παραγόντων που στηρίζουν το πολύτιμο μέταλλο, έχοντας ενισχύσει εκ νέου τα αποθέματά τους καθώς οι τιμές πλησίαζαν τα 4.000 δολάρια.
Ψήφο εμπιστοσύνης στο χρυσό από το Νάγκελ
Τα αυξανόμενα επίπεδα του κρατικού χρέους ενισχύουν τα επιχειρήματα υπέρ της αύξησης των αποθεμάτων χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες, δήλωσε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ο Γιοαχίμ Νάγκελ, πρόεδρος της γερμανικής Bundesbank.
«Η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων διεθνώς ενίσχυσε εκ νέου τη σχετική ελκυστικότητα των τίτλων χρέους» είπε. «Παράλληλα, τα αυξανόμενα επίπεδα χρέους έχουν εντείνει τις ανησυχίες σχετικά με τον πιστωτικό κίνδυνο αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Επιπλέον, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι είναι πιθανό να συνεχίσουν να διαμορφώνουν τις αποφάσεις για τη διαχείριση των αποθεμάτων».
Μιλώντας στο Σορέντο της Ιταλίας, ο Νάγκελ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, «συνεκτιμώντας τα παραπάνω, το επιχείρημα υπέρ μιας περαιτέρω διαφοροποίησης προς τον χρυσό παραμένει σημαντικό» για τις κεντρικές τράπεζες.
Σε έρευνα μεταξύ 74 κεντρικών τραπεζών που δημοσιεύθηκε από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού (World Gold Council) τον Ιούνιο, το 45% δήλωσε ότι σχεδιάζει να προχωρήσει σε αγορές κατά το επόμενο έτος, το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από την έναρξη της έρευνας το 2018—, ενώ μόλις μία τράπεζα δήλωσε ότι σκόπευε να μειώσει τα αποθέματά της.






































