Πίσω από τα επιφαινόμενα, ο κυριότερος λόγος για τον οποίον οι Ελληνες δεν αισθάνονται ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από τη ζωή τους – ει-δικά σε σύγκριση με τους πολίτες άλλων ευρωπαϊκών εθνών – είναι η παραγωγικότητα. Η οποία παραμένει χαμηλή σε σύγκριση με τον μέσο όρο των άλλων κρατών-μελών της ΕΕ-27 (στο 54% ανά απασχολούμενο και στο 43% ανά ώρα εργασίας, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη των ΣΕΒ-ΙΟΒΕ) και καθηλωμένη στα επίπεδα του 2000. Πράγμα που σημαίνει πως επί ένα τέταρτο του αιώνα η ελληνική κοινωνία δεν επέτυχε την παραμικρή αύξηση παραγωγικότητας. Ούτε το προηγούμενο τέταρτο του αιώνα, όμως, από τη μεταπολίτευση του 1974, η ελληνική κοινωνία και οικονομία είχαν σημειώσει ουσιαστική βελτίωση στο σημείο αυτό.
Σε ολόκληρη την περίοδο μισού αιώνα, δηλαδή, από το 1974 έως σήμερα, η μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας ήταν ισχνότατη: περί το 0,1% κατά μέσον όρο.
Η παραγωγικότητα αποτελεί τον βασικό μοχλό της ευημερίας και, μακροπρόθεσμα, είναι σχεδόν το παν. Οχι ως αυτοσκοπός, αλλά ως το βασικό μέσον για την ευημερία. Προσφέρει την αύξηση των κοινωνικών πόρων για δημόσια αγαθά και για αυξανόμενους μισθούς ή/και συντομότερους χρόνους εργασίας. (Και, όπως λέγεται, και την ψυχική ικανοποίηση της δημιουργίας για τους σκαπανείς της.)
Στη χώρα μας, με την επί μισό αιώνα στασιμότητα της παραγωγικότητας,η οικονομική ανάπτυξη, η αύξηση του ΑΕΠ – όταν και όσο υπήρξε – βασίστηκε εν μέρει στην αύξηση της απασχόλησης. Η αύξηση του ΑΕΠ συντίθεται από το γινόμενο της αύξησης της παραγωγικότητας με την αύξηση της απασχόλησης.
Με έρπουσα παραγωγικότητα οι αυξήσεις του ΑΕΠ προήλθαν κυρίως από αυξήσεις της απασχόλησης. Λόγω θετικών δημογραφικών εξελίξεων έως το 2011, είχαμε αύξηση της απασχόλησης των ανδρών και διπλασιασμό της απασχόλησης των γυναικών – αν και ακόμη παραμένει ένα χάσμα απασχόλησης της τάξης του 15% για τις γυναίκες.
Οι αυξήσεις του ΑΕΠ προήλθαν, επίσης, σε μεγάλο βαθμό από την εισροή πόρων στην οικονομία, νέων πόρων που υποκατέστησαν τους φθίνοντες άδηλους πόρους της προηγούμενης περιόδου (μεταναστευτικά εμβάσματα και εμβάσματα ναυτικών). Επρόκειτο για εισροή πόρων κυρίως από την ΕΕ, αλλά και κρατικά δάνεια – εξωτερικό δημόσιο χρέος – το οποίο μας οδήγησε στις («τεχνικές» και ελεγχόμενες) χρεοκοπίες του 2010-2012-2015.
Και τα μεν και τα δε, δεν φαίνεται να συνέβαλαν στην αύξηση της παραγωγικότητας στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την εγχώρια «αξιοποίηση» των πόρων τής ΕΕ, οι οποίοι – υποτίθεται – έχουν επενδυτικό χαρακτήρα και σκοπό την οικονομική «σύγκλιση» των κρατών-με-λών και των περιφερειών της ΕΕ. Όμως δεν νοείται σύγκλιση χωρίς σύγκλιση παραγωγικότητας. Ετσι η παραγωγικότητα παρέμεινε και παραμένει η μεγάλη εκκρεμότητα της οικονομικής πολιτικής, δείκτης οικονομικής υστέρησης έναντι των εκάστοτε μελών της ΕΟΚ και της ΕΕ, από τα 10 έως και τα 27 μέλη τους. Άλλο τέτοιο φαινόμενο χρόνιας υστέρησης δεν παρατηρείται ούτε στη Νότια ούτε στην Ανατολική Ευρώπη.
Η αυξημένη παραγωγικότητα και η καινοτομία είναι δύο από τους τρόπους με τους οποίους οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα (αλλά και του κρατικού τομέα που είναι εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό ή αναγνωρίζουν την ανάγκη βελτίωσης των οικονομικών αποτελεσμάτων και των τιμών και των υπηρεσιών τους) μπορούν να αυξήσουν την κερδοφορία τους, διατηρώντας ή και αυξάνοντας τα μερίδιά τους στις αγορές – κυρίως τις διεθνείς.
Το ερώτημα είναι για ποιον λόγο επί σειρά δεκαετιών το οικονομικό σύστημα δεν εξελίχθηκε (παρά τις επιμέρους εξαιρέσεις επιχειρήσεων και κλάδων του συγκριτικά περιορισμένου στην Ελλάδα τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών) προς αυτή την κατεύθυνση με ορατά αποτελέσματα στις εθνικές επιδόσεις παραγωγικότητας.
Η απάντηση, κατά την άποψή μας, βρίσκεται στο ότι, αντί της αυξημένης παραγωγικότητας και της καινοτομίας, η βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας και της κερδοφορίας ενός σημαντικού αριθμού οικονομικών μονάδων μπορεί να επιτευχθεί και μέσω ενός άλλου τρόπου:
της άντλησης προσόδων. Η προσοδοθηρία επιφέρει, βραχυπρόθεσμα, το ίδιο αποτέλεσμα, με λιγότερο παραγωγικό κόπο και μικρότερο επενδυτικό κίνδυνο. Αλλωστε η διανομή προσόδων στο πλαίσιο μιας στρατηγικής πολιτικής πελατειακών σχέσεων αποτελούσε και αποτελεί διαρκή πειρασμό στην πολιτική πραγματικότητα της χώρας.
Για παράδειγμα, οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που μπήκαν στην οικονομική ζωή της χώρας εδώ και δεκαετίες θεωρητικά θα μπορούσαν να αυξήσουν την κερδοφορία και την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα μέσω της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας και της καινοτομίας, εάν δεν υπέπιπταν στην παγίδα της κοινωνικά μη παραγωγικής διανομής προσόδων – έναν κίνδυνο που παραμένει έντονος, και βραχυπρόθεσμα πολιτικά επωφελής για τους διανομείς τους. Αναλόγως και οι άφθονοι ευρωπαϊκοί πόροι που μπήκαν στην οικονομική ζωή μας εδώ και 4,5 δεκαετίες είχαν ενταχθεί στην πελατειακή λειτουργία διανομής – άντλησης προσόδων.
Με καθηλωμένη παραγωγικότητα επί μισό και πλέον αιώνα, ποιες είναι οι πιθανότητες και οι δυνατότητες «αλλαγής μοντέλου» ανάπτυξης; Εάν θέλουμε να δούμε την πραγματικότητα όπως είναι, και αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την τραγική εμπειρία του αποτελέσματος των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (άνευ αυτών πόσο θα ήταν η μεγέθυνση του 2%;), οι πιθανότητες να εισέλθει η χώρα σε μια πορεία ανάπτυξης, εάν συνεχίσει να λειτουργεί με την ίδια νοοτροπία και πολιτική, είναι μηδαμινές.
Τα κονδύλια του ΤΑΑ εμφανώς είχαν ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στην ελληνική οικονομία πολύ μικρότερο της μονάδας. Και το πλέον πιθανόν είναι πως ουδεμία τομή θα υπάρξει εξαιτίας τους όσον αφορά την καινοτομία παραγωγής ή την καινοτομία προϊόντος, και γενικότερα την παραγωγικότητα στην ελληνική οικονομία.
Αυτό που μας διδάσκει για μια ακόμη φορά η πρόσφατη εμπειρία του ΤΑΑ είναι πως όσο η ελληνική οικονομία και κοινωνία παραμένουν στον αστερισμό της δημιουργίας και διανομής προσόδων, δηλαδή στον αστερισμό του παρασιτισμού και της διαφθοράς, δεν πρόκειται να υπάρξει ανάπτυξη στη χώρα.
Η ανάπτυξη απαιτεί μία οικονομία στην οποία δεν θα δημιουργείται και δεν θα προσφέρεται ούτε ίχνος αθέμιτης πελατειακής και πολιτικής προσόδου και στην οποία θα κυριαρχούν απολύτως το θεμιτό κέρδος και οι δίκαιοι μισθοί. Και αυτό απαιτεί μια μεγάλη, σχεδόν αδιανόητη, αλλαγή σε σχέση με τα σημερινά πολιτικά και ιδεολογικά ειωθότα και δεδομένα.
Οι κ.κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου είναι οικονομολόγος























![Τακτοποίησης Φορολογικών Υποχρεώσεων που προκύπτουν από την απώλεια ζωής [Μέρος Δ]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/02/klironom.jpg)
![Υποχρεωτική Ηλεκτρονική Τιμολόγηση [Μέρος 6ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/11/timologia_2.jpg)









