Ακριβώς 60 χρόνια μετά την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα, ο «εφιάλτης» ενός παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου αναβιώνει, με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις ρωσικές απειλές για τη χρήση πυρηνικών όπλων.

Όχι τυχαία, ουδείς δείχνει να αισιοδοξεί ότι αυτή η κρίση θα διαρκέσει μόλις 13 ημέρες, όπως συνέβη με εκείνη του Οκτωβρίου του 1962. Προς επίρρωση, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάιντεν προειδοποίησε για έναν επαπειλούμενο πυρηνικό «Αρμαγεδδώνα».

Διαβάστε επίσης: Πόσο πιθανό είναι ένα ρωσικό πυρηνικό χτύπημα; 

Η επέκταση και το μέλλον του ΝΑΤΟ αποτέλεσε για τη Μόσχα «εφαλτήριο» για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Τώρα, σχεδόν οκτώ μήνες μετά την έναρξή της, η προοπτική μιας ήττας αποτελεί για τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν υπαρξιακή απειλή.

Κατά τη θεώρηση του μάλιστα όχι μόνο για την ηγεσία του, αλλά για όλη τη Ρωσία, στο όνομα της ασφάλειας της οποίας απειλεί με τη χρήση πυρηνικών όπλων.

Την ίδια ώρα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα πολεμικά μέτωπα της Ουκρανίας, το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ-ουν στη Βόρεια Κορέα ανεβάζει στα ύψη το «θερμόμετρο» της έντασης στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού και απέναντι στις ΗΠΑ. Τις τελευταίες ημέρες έχει προχωρήσει σε ένα μπαράζ πυραυλικών δοκιμών, χαρακτηρίζοντάς τες ασκήσεις τακτικής μονάδας πυρηνικού πολέμου.

Οι προσπάθειες αναβίωσης εν τω μεταξύ της διεθνούς συμφωνίας για το αμφιλεγόμενο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν καρκινοβατούν, εν μέσω λαϊκής εξέγερσης κατά του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης και κυρώσεων από την ΕΕ για την αιματηρή καταστολή. Έτερες εξετάζονται για τη χρήση ιρανικών drones από τη Ρωσία στο τελευταίο κύμα βομβαρδισμών κατά του Κιέβου και άλλων ουκρανικών πόλεων.

Διαβάστε επίσης: Πόσο πιθανός είναι ένας πυρηνικός πόλεμος; – Δυστυχώς, δεν είναι πια απίθανος…

Στο φόντο της γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ρευστότητας, οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται. Τα διλήμματα πολλών χωρών αυξάνονται. Ειδικοί προειδοποιούν για σοβαρές αναδυόμενες προκλήσεις στις προσπάθειες δεκαετιών ως προς τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων.

Ο κίνδυνος «κανονικοποίησης» των τακτικών πυρηνικών

Μέχρι και σήμερα, η μοναδική χώρα που έχει χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα είναι οι ΗΠΑ και μάλιστα δις κατά της Ιαπωνίας, με τις ατομικές βόμβες που έριξε στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι επί Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, την ώρα που η Ναζιστική Γερμανία είχε ήδη ηττηθεί από τους Συμμάχους.

Εν μέσω Ψυχρού Πολέμου άρχισε μια ξέφρενη κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων της εποχής, των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, επιβάλλοντας ουσιαστικά στον πλανήτη μια ισορροπία τρόμου.

Σήμερα, η συζήτηση γύρω από τις ρωσικές απειλές επικεντρώνεται κυρίως στην πιθανότητα χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων από τη Μόσχα στα εδάφη της Ουκρανίας, ενώ ανάλογες απειλές εκτοξεύει και η Πιονγιάνγκ στη δική της γεωπολιτική «γειτονιά».

Συγκριτικά με τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα -επίκεντρο της αποτρεπτικής ισχύος των πυρηνικών δυνάμεων του πλανήτη- τα τακτικά έχουν μικρότερη ισχύ, μεγιστοποιώντας το κρουστικό κύμα κατά του επιλεγμένου στόχου και περιορίζοντας τα καταστροφικά αποτελέσματα σε μια ακτίνα μερικών εκατοντάδων μέτρων ή λίγων χιλιομέτρων.

Όμως πολλοί αναλυτές προειδοποιούν ότι το αφήγημα ότι ορισμένα πυρηνικά όπλα είναι λιγότερο καταστροφικά από άλλα, πιο ισχυρά, εμπεριέχει πολλούς κινδύνους.

Η αυξανόμενη δημόσια χρήση της λέξης «τακτικά» για τα πυρηνικά όπλα έχει «άκρως πολιτικό κίνητρο», επισημαίνει στο France 24 ο Φάμπιαν Ρενέ Χόφμαν, ειδικός αναλυτής και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Όσλο. Ζητούμενο, εκτιμά, «είναι η νομιμοποίηση της χρήσης [μικρότερης ισχύος] πυρηνικών όπλων σε μια σύγκρουση».

Εφόσον υλοποιηθεί αυτή η επιχειρούμενη αλλαγή των όρων ενός επικίνδυνου «παιχνιδιού» υπεροχής, ειδικοί προειδοποιούν ότι θα μπορούσε να ερμηνευτεί από άλλες χώρες ως «πράσινο φως» για την ανάπτυξη ενός «περιορισμένου» πυρηνικού οπλοστασίου.

Όπως όμως επισημαίνει και ο Ζαν-Μαρί Κολάν της Διεθνούς Εκστρατείας για την Κατάργηση των Πυρηνικών Όπλων, είτε πρόκειται για τακτικά, είτε για στρατηγικά, τα πυρηνικά είναι όπλα μαζικής καταστροφής και θα πρέπει να σταματήσουν να υπάρχουν.

Μιας… πυρηνικής απειλής, μύριες έπονται;

Υπό τη σκιά των πυρηνικών απειλών της Ρωσίας και της Βόρειας Κορέας, εκτιμάται αφενός ότι πολλές από τις υφιστάμενες πυρηνικές δυνάμεις μπορεί να ωθηθούν στη δημιουργία ή στην ενίσχυση των δικών τους οπλοστασίων με τακτικά πυρηνικά όπλα, αφετέρου ότι θα «ανοίξει» κι άλλο η «όρεξη» σε επίδοξες πυρηνικές δυνάμεις.

Από τις οκτώ χώρες με γνωστά πυρηνικά οπλοστάσια, μόνο οι πέντε -ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Βρετανία- έχουν υπογράψει τη Συνθήκη μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων (NPT). Οι υπόλοιπες τρεις -Βόρεια Κορέα, Ινδία Πακιστάν- δηλώνουν την κατοχή πυρηνικών όπλων.

Στο κλειστό πυρηνικό «κλαμπ» θεωρείται πάντως ευρέως ότι ανήκει και το Ισραήλ, το οποίο δεν αναγνωρίζει δημόσια και επίσημα την ύπαρξη πυρηνικού οπλοστασίου.

Πολλές άλλες χώρες εν τω μεταξύ δεν κρύβουν τις πυρηνικές φιλοδοξίες τους για στρατιωτικούς σκοπούς. Ορισμένες εκτιμάται ότι τις επιδιώκουν, ενώ τις αποκρύπτουν.

Δεν είναι μόνο το Ιράν, για το πυρηνικό οπλοστάσιο του οποίου εκφράζονται πλέον εύλογοι φόβοι.

Η Τουρκία, που διαθέτει ισχυρή αμυντική βιομηχανία και έχει υπογράψει την NPT, δεν έχει κρύψει ότι θα ήθελε να αποκτήσει τα δικά της πυρηνικά όπλα. Η δε απόκτηση περαιτέρω πυρηνικής τεχνογνωσίας με την κατασκευή του σταθμού στο Ακούγιου, σε σύμπραξη με τη Ρωσία, γεννά προβληματισμό.

Η Σαουδική Αραβία -επίσης κράτος μέλος της NPT- έχει δείξει επίσης έντονο ενδιαφέρον, στο πλαίσιο και της γεωπολιτικής αντιπαράθεσής της με το Ιράν.

Αν και το αραβικό βασίλειο του Κόλπου δεν διαθέτει επαρκή υποδομή για την ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου, φέρεται να έχει προσπαθήσει να αποκτήσει πρόσβαση σε πυρηνικά όπλα μέσω συνεργασίας κυρίως με το Πακιστάν.

Τον δε Αύγουστο του 2020, η Wall Street Journal είχε αποκαλύψει ότι το Ριάντ επέκτεινε το μη στρατιωτικό πυρηνικό του πρόγραμμα με τη βοήθεια της Κίνας, προκαλώντας ανησυχία στις ΗΠΑ.

Με το βλέμμα στην Ασία

Παράλληλα, η Νότια Κορέα επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση το ενδεχόμενο αποχώρησης της χώρας από την NPT και ανάπτυξης στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος, ως μέσο αποτροπής της Βόρειας Κορέας. Προοπτική μάλλον απίθανη, ένεκα των αναμενόμενων αντιδράσεων από τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Στην Ιαπωνία -η οποία, όπως και η Νότια Κορέα, βρίσκεται υπό την πυρηνική «ομπρέλα» των ΗΠΑ και συμμετέχει στην NPT- έρχεται όλο και πιο έντονα στο προσκήνιο η συζήτηση για αναθεώρηση του ειρηνιστικού Συντάγματός της.

Κατ’ αρχήν ζητούμενο είναι η ανάπτυξη και από κοινού διαχείριση αμερικανικών πυρηνικών όπλων στα εδάφη της μοναδικής χώρας που έχει μέχρι σήμερα βιώσει -και δη από τους Αμερικανούς- τη φρίκη των πυρηνικών όπλων. Θεωρητικά, δε, η Ιαπωνία έχει σήμερα τα μέσα για να αναπτύξει ατομικά όπλα.

Η πρόσφατη υπογραφή αντίστοιχα από την Αυστραλία του συμφώνου ασφαλείας AUKUS με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία -με στόχο την κατασκευή ενός στόλου πυρηνικών υποβρυχίων, που δεν θα φέρουν πυρηνικά όπλα- προκάλεσε κύμα αντιδράσεων και προβληματισμού εντός κι εκτός των αυστραλιανών συνόρων.

Πολλοί Αυστραλοί διαμαρτυρήθηκαν ότι η τότε κυβέρνηση Μόρισον έφερε στη χώρα τα πυρηνικά από την «πίσω πόρτα». Η Κίνα και η Ρωσία κατηγόρησαν την Καμπέρα για παραβίαση της NPT, την οποία έχει επίσης υπογράψει.

Η χώρα ωστόσο που προβληματίζει περισσότερο ως  ανερχόμενη πυρηνική δύναμη είναι η Κίνα. Αν και συμβαλλόμενο μέλος της NPT, ενισχύει διαρκώς το οπλοστάσιό της, χωρίς καν τους περιορισμούς της Συνθήκης New START μέσω της οποίας οι δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις, η Ρωσία και οι ΗΠΑ, έχουν αναλάβει δεσμεύσεις για περιορισμό του μεγέθους των στρατηγικών πυρηνικών οπλοστασίων τους, συνοδεία ενός ισχυρού μηχανισμού ελέγχου.

Άδηλο το μέλλον

Μετά την περσινή απόφαση της Ουάσιγκτον και της Μόσχας για την παράτασή της, η New START -η τελευταία εναπομείνασα συμφωνία πυρηνικών όπλων μεταξύ των δύο μερών- λήγει το 2026.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, τα περιθώρια για ανανέωση ή αναθεώρησή της -ενδεχομένως με τη συμπερίληψη και της Κίνας- δείχνουν προσώρας στενά και οι προκλήσεις αυξημένες.

Μέσα σε μια δεκαετία «ο συμβατικός στρατός της Ρωσίας θα έχει αποδυναμωθεί, γεγονός που πιθανότατα θα αυξήσει την εξάρτηση της Μόσχας από τα πυρηνικά όπλα για τον στρατιωτικό σχεδιασμό της», αναφέρεται στη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, που παρουσιάστηκε από τον Λευκό Οίκο την περασμένη εβδομάδα και με μεγάλη καθυστέρηση, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

Στο επίκεντρό της έχει πάντως την Κίνα, περιγράφοντάς την ως «τη μόνη χώρα που έχει τόσο την πρόθεση να αναδιαμορφώσει τη διεθνή τάξη, όσο και όλο και περισσότερο την οικονομική, διπλωματική, στρατιωτική και τεχνολογική δύναμη για να επιδιώξει αυτόν τον στόχο».

Ως εκ τούτου, την χαρακτηρίζει «την πιο σημαντική γεωπολιτική πρόκληση της Αμερικής», καθώς επιχειρεί «να γείρει το παγκόσμιο πεδίο ανταγωνισμού προς όφελός της, παρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν δεσμευμένες στη διαχείριση του διμερούς ανταγωνισμού με υπευθυνότητα».

Αναλυτές, όπως ο Ντάριλ Κίμπολ, επικεφαλής της αμερικανικής Ένωσης Ελέγχου Όπλων, εξέφρασαν προβληματισμό για το εάν η φρασεολογία που χρησιμοποιείται στο έγγραφο θα μπορούσε να αποτελεί προαναγγελία επανεξέτασης του μεγέθους του ίδιου του αμερικανικού οπλοστασίου…

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Επικαιρότητα