Σε μια εποχή όπου η αλλαγή του κλίματος αυξάνει τη συχνότητα των φυσικών καταστροφών, η ασφάλιση αναδεικνύεται σε κρίσιμο μηχανισμό μείωσης των κινδύνων για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και δημόσιους φορείς. Ο υπολογισμός των ασφαλίστρων παραδοσιακά διαχωρίζει δύο συνιστώσες: το συστημικό μέρος, που αντικατοπτρίζει τις αναμενόμενες ζημίες, και το αθέατο, ή μη συστημικό κομμάτι, που αποτυπώνει σπάνια γεγονότα με χαμηλή πιθανότητα. Με την άνοδο των κλιματικών καταστροφών, ωστόσο, παρατηρείται μετατόπιση βαρών από το μη συστημικό προς το συστημικό μέρος των υπολογισμών των ασφαλίστρων. Αυτή η μετατόπιση έχει σημαντικές επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή αγορά ασφάλισης και για την οικονομική σταθερότητα των πληγέντων κοινοτήτων.
Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι τόσο η Βόρεια Αμερική όσο και η Ευρώπη αντιμετωπίζουν αυξανόμενους κινδύνους από κλιματικά φαινόμενα. Ωστόσο, η Ευρώπη παρουσιάζει ένα συστηματικά υψηλότερο κενό ασφάλισης, το οποίο αποτυπώνει διαφορετικά επίπεδα δημόσιας πρόνοιας και πολιτισμικές αντιλήψεις σχετικά με τον ηθικό κίνδυνο (περιγράφει την αλλαγή συμπεριφοράς όταν ο ασφαλισμένος γνωρίζει ότι θα αποζημιωθεί) — στοιχεία που επηρεάζουν τη διείσδυση της αγοράς ασφάλισης στην ευρωπαϊκή αγορά και κοινωνία.
Αυτές οι αποκλίσεις οδηγούν σε διαφορετικά επίπεδα προστασίας έναντι κινδύνων και μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά προσαρμόζονται στα αυξημένα ασφάλιστρα. Ιστορικά δεδομένα καταγράφουν ισχυρή σχέση μεταξύ θερμοκρασίας και συχνότητας/έντασης κλιματικών καταστροφών. Σε αυτόν τον άξονα, η Ευρώπη φαίνεται να σημειώνει περισσότερες φυσικές καταστροφές για κάθε βαθμό αύξησης της θερμοκρασίας από τον μέσο όρο, γεγονός που επιβαρύνει την ανθεκτικότητα των νοικοκυριών αλλά και τη δυνατότητα διατήρησης καλύψεων από επιχειρήσεις.
Αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις για τους καταναλωτές που αναζητούν κάλυψη έναντι φυσικών καταστροφών, καθώς και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ευρωπαϊκής ασφαλιστικής αγοράς. Για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα, απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ ασφαλιστών και διαμορφωτών πολιτικής. Οι ασφαλιστές καλούνται να προσαρμόσουν τα μοντέλα κινδύνου σε ένα μεταβαλλόμενο κλιματικό πλαίσιο, ενώ οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να αναδιαμορφώσουν τα μέσα δημόσιας πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, ώστε να διατηρηθεί η πρόσβαση σε αξιόπιστες ασφαλιστικές καλύψεις σε τιμές προσιτές για τον καταναλωτή.
Στατιστικές εκτιμήσεις δείχνουν μια δυναμική άνοδο των ασφαλίστρων συνδεόμενη με την αύξηση της θερμοκρασίας και τις συχνότερες φυσικές καταστροφές έως το 2030. Στη Βόρεια Αμερική, σε απόλυτα μεγέθη τα ασφάλιστρα φαίνονται να κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα σε όλα τα πιθανά μελλοντικά σενάρια που χρησιμοποιούνται για τη διερεύνηση κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων σε σχέση με την αλλαγή του κλίματος (SSP).
Στην Ευρώπη, οι εκτιμήσεις προβλέπουν ιδιαίτερα σημαντικές αυξήσεις για το επίπεδο της ευρωπαϊκής αγοράς τα επόμενα έτη, με πιθανότητα σημαντικών πιέσεων ήδη από το 2026–2027, που θα μπορούσαν να φτάσουν έως και τετραπλάσια των ασφαλίστρων για φυσικές καταστροφές σε επίπεδα του 2024. Αυτές οι τάσεις εγείρουν ερωτήματα για την οικονομική βιωσιμότητα των ασφαλιστικών καλύψεων σε καταστάσεις μεγάλης καταστροφής και τονίζουν την ανάγκη άμεσης τροποποίησης των κρατικών μηχανισμών κοινωνικής ασφάλειας με στόχο τη διατήρηση της πρόσβασης σε αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή ασφάλιση από τις φυσικές καταστροφές.
Ειρήνη Νομικού – Λαζάρου, Υποψήφιας Διδάκτορος στο τμήμα Οικονομικής Επιστήμης