Η σύγχρονη καθημερινότητα όπως διαμορφώνεται από τους εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας και την οικονομική αβεβαιότητα, έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο τρεφόμαστε. Η ευκολία και το χαμηλό κόστος φέρνουν στο προσκήνιο τα λεγόμενα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα (Ultra-Processed Foods – UPFs). Παρόλο που τα προϊόντα αυτά κατακλύζουν πλέον τα ράφια των σούπερ μάρκετ πρόσφατα δημοσιεύματα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, αναδεικνύοντας μια ανησυχητική πραγματικότητα: σε μεγάλες αγορές, όπως η αμερικανική, τα UPFs υπερβαίνουν ήδη το 70% των συνολικών προς διάθεση τροφίμων.
Τα τρόφιμα αυτά είναι ιδιαίτερα ελκυστικά. Διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα, καταναλώνονται γρήγορα, διαθέτουν έντονη γεύση και συχνά κοστίζουν λιγότερο από τα φρέσκα προϊόντα. Όμως, η συστηματική κατανάλωσή τους, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, συνδέεται με χρόνιες παθήσεις, ιδίως όταν αυτά αντικαθιστούν βασικά στοιχεία μιας ισορροπημένης διατροφής. Νέα σειρά τριών άρθρων που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Lancet επιβεβαιώνει τις σοβαρές επιπτώσεις τους στην υγεία.
Στην Ελλάδα, η εικόνα παρουσιάζεται ακόμη πιο σύνθετη, καθώς η οικονομική πίεση περιορίζει δραστικά τα περιθώρια επιλογών. Έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών επιβεβαιώνει τη στροφή προς οικονομικότερες λύσεις, δεδομένου ότι οι συνεχείς ανατιμήσεις έχουν οδηγήσει σε μείωση των αγορών. Όλο και περισσότεροι καταναλωτές στρέφονται σε τυποποιημένα προϊόντα και γεύματα χαμηλής ποιότητας. Ωστόσο, ακόμη και η ελάχιστη πρόσληψη τέτοιων τροφών σχετίζεται με 50% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακές παθήσεις. Υπάρχει, επίσης, 55% μεγαλύτερη πιθανότητα εκδήλωσης παχυσαρκίας και 40% αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Επιπλέον, αυξάνεται ο κίνδυνος έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών, καθώς και η πιθανότητα εγκεφαλικού επεισοδίου ή εμφάνισης καρκίνου στο ανώτερο πεπτικό σύστημα.
Μια νέα έρευνα της Revolut, η οποία ανέλυσε τη στάση των Ελλήνων απέναντι στα οικονομικά τους, ανέδειξε ότι εντός του 2026 οι περισσότεροι σκοπεύουν να περικόψουν δαπάνες, προκειμένου να καλύψουν βασικά μηνιαία έξοδα, όπως η στέγαση, οι λογαριασμοί και τα είδη διατροφής. Όπως αναφέρεται, το 30% των ερωτηθέντων αναμένεται να αγοράσει φθηνότερα τρόφιμα για να ανταπεξέλθει οικονομικά. Επιπρόσθετα, μόλις το 12% δηλώνει ότι δεν προτίθεται να μειώσει τις δαπάνες σε εστιατόρια και φαγητό. Μια ακόμη σοβαρή αιτία που οδηγεί στην κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων, πέρα από την ακρίβεια, είναι οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής. Ο διαθέσιμος χρόνος για την προετοιμασία φαγητού έχει μειωθεί στο ελάχιστο, δίνοντας τη θέση του στα έτοιμα γεύματα, τα συσκευασμένα σνακ, τα αναψυκτικά, τα γλυκίσματα και το fast food.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αναζήτηση πρακτικών τρόπων στήριξης της υγιεινής διατροφής αποκτά χαρακτηριστικά κοινωνικής πολιτικής. Ανάμεσα στις λύσεις που αναζητούνται, η παροχή διατακτικών σίτισης με ένα επαρκές ημερήσιο ποσό μπορεί να συμβάλει στη διευκόλυνση της πρόσβασης σε φρέσκα τρόφιμα, ιδιαίτερα για εργαζόμενους που πιέζονται χρονικά και οικονομικά. Η ποιότητα ζωής, άλλωστε, δεν αποτυπώνεται μόνο στον μισθό, αλλά και στις παροχές που διαμορφώνουν τις καθημερινές επιλογές.
Όταν ένας εργαζόμενος σιτίζεται σωστά, διαμορφώνεται ένα πιο υγιές και, ταυτόχρονα, παραγωγικό περιβάλλον εργασίας. Στην πράξη, το ισχύον όριο των διατακτικών στη χώρα μας, το οποίο παραμένει σταθερό στα 6 ευρώ από το 2004, συχνά δεν επαρκεί ούτε για ένα πρόχειρο σνακ και ρόφημα, πόσο μάλλον για ένα πλήρες, υγιεινό γεύμα. Για παράδειγμα, ένα γιαούρτι με φρούτα και ξηρούς καρπούς ή μια σαλάτα με πρωτεΐνη, συνήθως υπερβαίνουν το συγκεκριμένο ποσό, ειδικά στις αστικές περιοχές. Όταν το όριο των διατακτικών δεν συμβαδίζει με τις σύγχρονες ανάγκες, η παροχή χάνει μέρος της αποτελεσματικότητάς της. Σε σύγκριση με χώρες του μεσογειακού Νότου, με τις οποίες μοιραζόμαστε παρόμοιες διατροφικές συνήθειες, το ημερήσιο αφορολόγητο όριο των διατακτικών σίτισης είναι σημαντικά υψηλότερο. Στην Ισπανία φτάνει τα 11 ευρώ, ενώ στην Πορτογαλία το αντίστοιχο όριο προσεγγίζει τα 10 ευρώ. Στην Ιταλία, το πλαίσιο διαφοροποιείται ανάλογα με τη μορφή της παροχής, με τα ψηφιακά κουπόνια να συνδέονται με υψηλότερο όριο.
Σε μια περίοδο όπου τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα κερδίζουν συνεχώς έδαφος, ακριβώς επειδή είναι φθηνά και εύκολα, η πρόσβαση σε πιο ισορροπημένες διατροφικά επιλογές αποτελεί ζήτημα δημόσιας υγείας και όχι πολυτέλειας. Οι διατακτικές σίτισης, ως πρακτική παροχή, μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά, προσφέροντας καθημερινά στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να επιλέξει γεύματα με μεγαλύτερη ποιότητα. Για να παραμείνουν, όμως, ένα ουσιαστικό ανάχωμα απέναντι στην ακρίβεια, οφείλουν να συμβαδίζουν με τα τρέχοντα οικονομικά δεδομένα, διασφαλίζοντας ότι η υγιεινή διατροφή παραμένει δικαίωμα και όχι προνόμιο των λίγων.

















![Ενοίκια: Το ράλι στα ακίνητα – Προσιτές και απλησίαστες περιοχές [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_akinhta_rents26.jpg)





















