Αν και όλοι αναμένουν την επόμενη κατάρρευση της Wall ωστόσο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα συμβεί.
Ο διάσημος trader Πολ Τούντορ Τζόουνς, ο οποίος προέβλεψε την κατάρρευση του 1987, οραματίζεται ακριβώς πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί η επόμενη μεγάλη κρίση, σύμφωνα με το Barron’s.
Ο ιδρυτής και επικεφαλής επενδύσεων της Tudor Investment, η οποία διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία άνω των 100 δισ. δολαρίων, παρουσίασε την άποψή του για το πώς και πότε θα μπορούσε να «χτυπήσει» η επόμενη bear market και πόσο μεγάλη θα μπορούσε να είναι η κατάρρευσή της. Έδωσε αυτήν την ανάλυση κατά τη διάρκεια της εμφάνισης ως guest στο podcast Invest With the Best του Patrick O’Shaughnessy.
Ο καταλύτης της επόμενης κατάρρευσης
Σύμφωνα με το σενάριο του Τζόουνς μια αντιστροφή των μέσων λόγων τιμής προς κέρδη των τελευταίων 25 έως 30 ετών θα συμβεί κάποια στιγμή τα επόμενα χρόνια. «Αν σκεφτείτε την περιοδικότητα των σημαντικών bear markets, από το 1970 έχουμε μια μέση αντιστροφή περίπου κάθε 10 χρόνια» είπε.
Λαμβάνοντας υπόψη ως την τελευταία μεγάλη την πτώση του S&P 500 το 2020 κατά περίπου 34% στην αρχή της πανδημίας, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι η επόμενη κατάρρευση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε λίγα χρόνια.
Ο καταλύτης για την επόμενη κατάρρευση, όπως το βλέπει, θα είναι όταν οι εργαζόμενοι και άλλα στελέχη σε εταιρείες που αναμένεται να εισαχθούν στο χρηματιστήριο τον επόμενο χρόνο θα έχουν τη δυνατότητα να εξαργυρώσουν τις μετοχές τους μέσω IPO.
Αναμένονται αρκετές μεγάλες αρχικές δημόσιες προσφορές, όπως η SpaceX και οι fintechs Chime και Stripe, μεταξύ άλλων.
Την έκρηξη της φούσκας των εταιρειών του Διαδικτύου το 2000 προηγήθηκε επίσης η λήξη αυτών των λεγόμενων περιόδων περιορισμού πώλησης. Ο δείκτης Nasdaq Composite, στον οποίο κυριαρχούν οι εταιρείες τεχνολογίας, σημείωσε πτώση 39% εκείνη τη χρονιά.
Ο οικονομικός αντίκτυπος της επόμενης κατάρρευσης θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα καταστροφικός, επειδή οι αποτιμήσεις των αμερικανικών μετοχών βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά σε σχέση με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, είπε.
Ενώ το 1929 ο λόγος αποτίμησης της χρηματιστηριακής αγοράς προς το ΑΕΠ ήταν 65% και το 2000 ήταν 170%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, τώρα είναι πάνω από 250%.
Το αποτέλεσμα μιας πτώσης της χρηματιστηριακής αγοράς κατά 35%
Τα φορολογικά έσοδα από τα κεφαλαιακά κέρδη θα μηδενιστούν, με αποτέλεσμα το δημοσιονομικό έλλειμμα να διογκωθεί ακόμη περισσότερο, μεταξύ άλλων αρνητικών συνεπειών.
«Βλέπεις το δημοσιονομικό έλλειμμα να εκτινάσσεται στα ύψη, βλέπεις την αγορά ομολόγων να καταρρέει. Βλέπεις αυτό το είδος αρνητικής αυτοενισχυόμενης δυναμικής, οπότε είναι ανησυχητικό.»
Το μήνυμα για τους επενδυτές
Ο Τζόουνς είχε επίσης ένα μήνυμα για τους απλούς επενδυτές που αναρωτιούνται αν πρέπει να παραμείνουν πιστοί στον S&P 500, παρά τις τρέχουσες εξαιρετικά υψηλές αποτιμήσεις. «Η χρηματιστηριακή αγορά βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα και, κατά τη γνώμη μου, θα είναι πολύ δύσκολο να αποκομίσει κανείς κέρδη από εδώ και πέρα, με οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη προοπτική.»
«Πρέπει να έχετε αυτό το γεγονός κατά νου όταν σκέφτεστε πώς θα διαχειριστείτε τα χρήματά σας», πρόσθεσε.







































