Την αύξηση του αποθεματικού κρίσης στον αγροτικό τομέα από 200 εκατ. ευρώ σε συνολικά 500 εκατ. ευρώ τα οποία θα κατευθυνθούν για την ενίσχυση των αγροτών λόγω της κρίσης στα λιπάσματα ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Τα κράτη μέλη θα έχουν επίσης τη δυνατότητα να συμπληρώσουν το ποσό αυτό με πρόσθετη εθνική στήριξη ύψους έως και 200% της ενίσχυσης που έλαβαν.
«Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί ένα αρχικό θετικό βήμα εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέναντι σε μια κρίση που ενδέχεται να αποδειχθεί παρατεταμένη. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί η ισχυρή δέσμευση του Επιτρόπου Γεωργίας Christophe Hansen στο ζήτημα αυτό, καθώς και η προθυμία του, μαζί με το Σώμα των Επιτρόπων, να ανταποκριθούν γρήγορα στην εξελισσόμενη κρίση. Η Επιτροπή εισάκουσε την έντονη κινητοποίηση των Copa-Cogeca και των μελών της, η οποία συνέβαλε στο να τεθεί το θέμα αυτό στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας», αναφέρουν οι ευρωπαϊκές συνεταιριστικές οργανώσεις Copa-Cogeca.
«Το ποσό όταν επιμεριστεί στα εκατομμύρια των Ευρωπαίων αγροτών που πλήττονται, θα υπολείπεται κατά πολύ της κάλυψης του πρόσθετου κόστους που δημιουργείται»
Μικρό το «πακέτο» στήριξης
Ωστόσο, όπως αναφέρεται, η ανακοίνωση για τα 500 εκατ. ευρώ, χρήζει ανάλυσης και τοποθέτησης στο σωστό πλαίσιο, καθώς στην πραγματικότητα, το ποσό που ανακοινώθηκε από την Επιτροπή, όταν επιμεριστεί στα εκατομμύρια των Ευρωπαίων αγροτών που πλήττονται, θα υπολείπεται κατά πολύ της κάλυψης του πρόσθετου κόστους που δημιουργείται από την κατακόρυφη αύξηση των τιμών των λιπασμάτων βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.
Επιπλέον, η εισαγωγή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) της ΕΕ στα λιπάσματα –το κόστος του οποίου επιβαρύνει αποκλειστικά τους αγρότες– εκτιμάται από την Copa-Cogeca ότι θα ανέλθει σε 820 εκατομμύρια ευρώ μόνο για το 2026. Αυτό το τέλος θα παραμείνει και θα αυξάνεται ακόμη και μετά την κρίση στα Στενά του Ορμούζ. «Κι όμως, η Επιτροπή επέλεξε να μην αναστείλει αυτόν τον μηχανισμό, παρά το γεγονός ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προσφέρει άμεση και ανακουφιστική ελάφρυνση στους Ευρωπαίους αγρότες», σημειώνεται.
Αυτά τα 500 εκατομμύρια ευρώ θα διοχετευθούν μέσω του αποθεματικού κρίσης στον γεωργικό τομέα. Είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι το αποθεματικό αυτό, ως εργαλείο της ΚΑΠ (Κοινής Αγροτικής Πολιτικής), δεν αποτελεί ένα ειδικό ταμείο στήριξης για τα λιπάσματα. Αντίθετα, έχει σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση του ευρέος φάσματος κρίσεων που μπορεί να επηρεάσουν τη γεωργική παραγωγή σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Ήδη, όμως, αρκετά κράτη μέλη ζητούν στήριξη για να ανταποκριθούν σε άλλες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που επηρεάζουν συγκεκριμένους τομείς και παραγωγές.
Οικονομικές πιέσεις
Η δυνατότητα των κρατών μελών να συμπληρώσουν αυτή τη στήριξη σε εθνικό επίπεδο θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Σε αυτό το στάδιο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι όλες οι κυβερνήσεις θα έχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια ή την πολιτική βούληση να κινητοποιήσουν πρόσθετους πόρους, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που τα δημόσια οικονομικά δέχονται πιέσεις σε μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Ένα πράγμα είναι βέβαιο: απαιτούνται πλέον γρήγορες αποφάσεις, όχι μόνο όσον αφορά τη χρηματοδοτική στήριξη, αλλά και σχετικά με τα ρυθμιστικά εμπόδια», σημειώνεται.
Οι Copa – Cogeca ζητούν άμεση παρέκκλιση από το όριο της οδηγίας για τα νιτρικά άλατα όσον αφορά την κοπριά και τα προϊόντα χώνευσης (digestate), καθώς και μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά.
«Ενώ η καλλιεργητική περίοδος του 2026 βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, πρέπει ήδη να στρέψουμε την προσοχή μας στην εξασφάλιση εφοδιασμού για το 2027. Η ζήτηση για λιπάσματα αναμένεται να αυξηθεί ξανά στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Τα μηνύματα από τα μέλη μας σε όλη την Ευρώπη σκιαγραφούν ήδη μια ανησυχητική εικόνα. Οι αγρότες εξετάζουν όλο και περισσότερο αλλαγές στην αμειψισπορά (εναλλαγή καλλιεργειών), μειώσεις στη χρήση λιπασμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποφάσεις να αφήσουν τη γη ακαλλιέργητη. Αυτές οι επιλογές θα επηρεάσουν αναπόφευκτα τη γεωργική παραγωγή και, σε τελική ανάλυση, την επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης, και τουλάχιστον θα συμβάλουν στον πληθωρισμό των τιμών των τροφίμων για τους καταναλωτές», επισημαίνεται.








































