Μεγάλα αποθέματα πάμφθηνης ρευστότητας για την ανάπτυξη των εργασιών τους στις χρηματοδοτήσεις διαθέτουν πλέον οι ελληνικές τράπεζες, μετά από μία πολυετή περίοδο μεγέθυνσης της καταθετικής τους βάσης.
Πρόκειται για ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, που λειτουργεί υποστηρικτικά στην οργανική τους κερδοφορία.
Κι αυτό διότι εξασφαλίζει καύσιμα για την επίτευξη υψηλών ρυθμών πιστωτικής επέκτασης με καλύτερα περιθώρια κέρδους.
Στο τέλος Απριλίου 2026, τα νοικοκυριά τηρούσαν στο εγχώριο σύστημα 152,23 δισ. ευρώ, που αποτελεί το υψηλότερο σημείο από τα τέλος του 2011
Συγκεκριμένα, τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα έχουν:
– Δείκτη δανείων προς καταθέσεις στη ζώνη του 65% έναντι 100% κατά μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ
– Σχεδόν διπλάσιο επιτοκιακό περιθώριο στην περιοχή του 2,5% έναντι 1,50% στην υπόλοιπη Ευρώπη
Οι επιδόσεις αυτές κατέστησαν δυνατές μετά τη σωρευτική άνοδο των καταθετικών υπολοίπων κατά 92 δισ. ευρώ το διάστημα 2017 – 2025.
Την ίδια περίοδο τα δάνεια μειώθηκαν, λόγω των προγραμμάτων εξυγίανσης που εφάρμοσαν οι τράπεζες για τη σύγκλιση των δεικτών καθυστερήσεων με το μέσο ευρωπαϊκό όρο.
Ταυτόχρονα, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, την οποία σηματοδότησε η άρση των capital controls το φθινόπωρο του 2019, επέτρεψε στα πιστωτικά ιδρύματα να διατηρήσουν σε όσο το δυνατόν πιο χαμηλά επίπεδα τις αποδόσεις στις καταθέσεις.
Τα επιτόκια
Σήμερα, η συντριπτική πλειονότητα των λογαριασμών πρώτης ζήτησης δεν αποφέρει τόκους, ενώ στις προθεσμιακές καταθέσεις νοικοκυριών, η άνοδος των επιτοκίων ήταν χαμηλότερη της αύξησης του κόστους χρήματος κατά την φάση αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής.
Επιπλέον, όταν ξεκίνησε η αποκλιμάκωσή του, τα επιτόκια στις ελληνικές τράπεζες υποχώρησαν με μεγαλύτερη ταχύτητα.
Είναι το ισχυρό προφίλ ρευστότητας που επιτρέπει στους εγχώριους ομίλους να περιορίζουν χωρίς συνέπειες το κόστος άντλησης ρευστότητας από το καταθετικό κοινό.
Πολύ σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεων της πελατείας τους είναι τοποθετημένο σε λογαριασμούς πρώτης ζήτησης.
Τα ρεκόρ
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο τέλος Απριλίου 2026, τα νοικοκυριά τηρούσαν στο εγχώριο σύστημα 152,23 δισ. ευρώ, που αποτελεί το υψηλότερο σημείο από τα τέλος του 2011.
Από αυτά, σχεδόν το 80%, ήτοι 120 δισ. ευρώ, βρίσκονταν σε άτοκα προϊόντα και τα υπόλοιπα 32 δισ. ευρώ σε λογαριασμούς προθεσμίας.
Ωστόσο, τα δεύτερα βαίνουν μειούμενα, ελαφρύνοντας με αυτόν τον τρόπο τα έντοκα έξοδα των τραπεζών.
Συγκεκριμένα, από το υψηλό των 36,8 δισ. ευρώ το Νοέμβριο του 2024, οι καθαρές εκροές προσεγγίζουν τα 5 δισ. ευρώ.
Έτσι, οι τράπεζες κερδίζουν όχι μόνο από την υποχώρηση των αποδόσεων, αλλά και από την πτώση των τοποθετήσεων από φυσικά πρόσωπα.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, οι καταθέσεις των οποίων καταγράφουν συνεχή ρεκόρ τα τελευταία χρόνια, διαμορφούμενες αυτήν τη στιγμή γύρω από τα 50 δισ. ευρώ.
Από αυτά το μεγαλύτερο μέρος, ένα ποσοστό γύρω στο 65%, περί τα 38 δισ. ευρώ, βρίσκεται σε λογαριασμούς όψεως και τα υπόλοιπα σε προθεσμιακές καταθέσεις.
Η αλήθεια είναι ότι οι τελευταίες είναι σαφώς πιο ακριβές για τις τράπεζες σε σχέση με τις αντίστοιχες των νοικοκυριών, ωστόσο το μέγεθός τους είναι σαφώς πιο μικρό.
Ο ρόλος των αμοιβαίων κεφαλαίων
Σημειώνεται ότι η άνοδος των μεγεθών στα φυσικά πρόσωπα θα ήταν πολύ μεγαλύτερη εάν τα τελευταία χρόνια δεν είχε αυξηθεί σημαντικά η ζήτηση για αμοιβαία κεφάλαια.
Συγκεκριμένα, οι τράπεζες κατά την περίοδο του ακριβού χρήματος προχώρησαν στρατηγικά στο λανσάρισμα προϊόντων πολύ χαμηλού ρίσκου και προκαθορισμένης διάρκειας, που υπόσχονται με αρκετά μεγάλη ασφάλεια ένα συγκεκριμένο εύρος απόδοσης.
Αυτός ο τύπος λύσεων αποταμίευσης κατέστη ιδιαίτερα δημοφιλής, με τις καθαρές εισροές την τριετία 2023 – 2025 να εκτιμώνται πάνω από τα 12 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με πηγή από συστημικό όμιλο, τα χρήματα αυτά σε διαφορετική περίπτωση θα τοποθετούνταν σε προθεσμιακές καταθέσεις, μια και προέρχονται από συντηρητικούς κατά βάση αποταμιευτές, επιβαρύνοντας το καθαρό εισόδημα από τόκους.
Ωστόσο, προσθέτει, «με τον τρόπο που κινηθήκαμε όχι μόνο γλυτώσαμε τους τόκους που θα πληρώναμε, αλλά ταυτόχρονα ενισχύσαμε τα έσοδα από προμήθειες».







































