Σήμερα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα έχει στα χέρια της το πρώτο μεγάλο τεστ μετά την αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Τα στοιχεία της Eurostat για τον πληθωρισμό του Ιουνίου, σε συνδυασμό με τη σημαντική υποχώρηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, θα δείξουν κατά πόσο οι πληθωριστικές πιέσεις άρχισαν να υποχωρούν.
Η ανακοίνωση της Eurostat συμπίπτει με το ετήσιο φόρουμ της ΕΚΤ στη Σίντρα, όπου οι κεντρικοί τραπεζίτες συζητούν πλέον ένα νέο πλαίσιο άσκησης της νομισματικής πολιτικής σε έναν κόσμο διαρκών γεωπολιτικών και οικονομικών ανατροπών. Οι τοποθετήσεις της Κριστίν Λαγκάρντ δείχνουν ότι στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ωριμάζει μια διαφορετική φιλοσοφία λήψης αποφάσεων, η οποία μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την πορεία των επιτοκίων αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωζώνη θα αντιμετωπίζει τις επόμενες κρίσεις.
Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Η τιμή του Brent έχει επιστρέψει αισθητά χαμηλότερα από τα επίπεδα που καταγράφηκαν κατά την κορύφωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο, μειώνοντας έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες ανησυχίας για τον πληθωρισμό.
Παράλληλα, τα προκαταρκτικά στοιχεία που αναμένονται από τη Eurostat θα αποτελέσουν την πρώτη αποτύπωση του βαθμού με τον οποίο η αποκλιμάκωση της ενέργειας περνά ήδη στις τιμές καταναλωτή. Στην ΕΚΤ γνωρίζουν ότι κάθε μεταβολή του πληθωρισμού επηρεάζει άμεσα τις προσδοκίες των αγορών, το κόστος χρηματοδότησης και τελικά τις αποφάσεις για τα επιτόκια.
ΕΚΤ: Η Σίντρα είναι το εργαστήριο της επόμενης ημέρας
Το ετήσιο φόρουμ της Σίντρα έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερο βάρος για την ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, καθώς λειτουργεί ως το σημείο όπου διαμορφώνεται το θεωρητικό και πολιτικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα στηριχθούν οι αποφάσεις των επόμενων μηνών. Εκεί παρουσιάζονται οι νέες προσεγγίσεις, δοκιμάζονται διαφορετικές σχολές σκέψης και προετοιμάζονται οι αγορές για τις αλλαγές που ακολουθούν.
Η φετινή συνάντηση όμως έχει διαφορετικό χαρακτήρα καθώς η ουσιαστική συζήτηση έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο η ΕΚΤ θα λαμβάνει πλέον τις αποφάσεις της σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές εξελίξεις μεταβάλλουν τα οικονομικά δεδομένα μέσα σε λίγες ημέρες.
Το μήνυμα της Κριστίν Λαγκάρντ ήταν σαφές, τονίζοντας ότι η εποχή των έκτακτων εργαλείων που χαρακτήρισαν την τελευταία δεκαπενταετία ολοκληρώνεται. Οι μαζικές αγορές ομολόγων, η διαρκής παροχή φθηνής ρευστότητας στις τράπεζες και η πρακτική της προαναγγελίας των επόμενων κινήσεων αποτελούν πλέον μέρος μιας περιόδου που δύσκολα θα επαναληφθεί με την ίδια μορφή.
Η επιστροφή στα επιτόκια ως βασικό εργαλείο της νομισματικής πολιτικής δεν σημαίνει επιστροφή σε έναν προβλέψιμο κόσμο. Αντίθετα, η ίδια περιέγραψε ένα περιβάλλον όπου τα σοκ προέρχονται κυρίως από την πλευρά της προσφοράς, μεταβάλλονται ταχύτατα και δυσκολεύουν την εκτίμηση της πραγματικής πορείας του πληθωρισμού.
Στο νέο αυτό πλαίσιο, η ΕΚΤ δεν θέλει να δεσμεύεται εκ των προτέρων για την επόμενη κίνησή της. Επιλέγει να αξιολογεί συνεχώς τα διαθέσιμα στοιχεία και να προσαρμόζεται στις εξελίξεις. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή φιλοσοφίας, η οποία επηρεάζει ήδη τον τρόπο λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Το τέλος της προαναγγελίας
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μηνύματα της Σίντρα αφορά την εγκατάλειψη της λεγόμενης forward guidance. Για αρκετά χρόνια οι αγορές γνώριζαν, σχεδόν μήνες νωρίτερα, ποια θα ήταν η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής. Οι δηλώσεις των αξιωματούχων λειτουργούσαν ως ένας χάρτης των επόμενων αποφάσεων.
Η Λαγκάρντ έδειξε ότι αυτό το μοντέλο ολοκληρώνεται. Η ΕΚΤ επιλέγει πλέον να εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και όχι το αποτέλεσμα στο οποίο θα καταλήξει. Οι αποφάσεις θα βασίζονται κάθε φορά στις προοπτικές του πληθωρισμού, στη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και στον βαθμό με τον οποίο η νομισματική πολιτική επηρεάζει την πραγματική οικονομία.
Η αλλαγή αυτή αυξάνει τη σημασία κάθε νέου οικονομικού στοιχείου. Μία ανακοίνωση για τον πληθωρισμό, μία απότομη μεταβολή στην τιμή του πετρελαίου ή μια νέα γεωπολιτική ένταση μπορούν πλέον να αλλάξουν τις εκτιμήσεις πολύ γρηγορότερα από ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν.
Η αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας δημιουργεί ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο που επικρατούσε πριν από λίγες εβδομάδες. Η υποχώρηση του Brent περιορίζει τον κίνδυνο νέου ενεργειακού κύματος ακρίβειας και μειώνει τις πιθανότητες να μεταφερθούν αυξήσεις κόστους σε ολόκληρη την οικονομία.
Παρόλα αυτά στην ΕΚΤ αποφεύγουν τις γρήγορες εκτιμήσεις γνωρίζοντας ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει υψηλή και ότι μία νέα ένταση στη Μέση Ανατολή ή μια διαφορετική εξέλιξη στο παγκόσμιο εμπόριο μπορεί να ανατρέψει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τις σημερινές προβλέψεις.
Οι δασμοί από τις ΗΠΑ, η αναδιάρθρωση των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων, η αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη και οι μεγάλες επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση αποτελούν πλέον παράγοντες που ενσωματώνονται στα μοντέλα της κεντρικής τράπεζας.
Οι αγορές προσαρμόζονται
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η παρατήρηση της Λαγκάρντ ότι «οι αγορές έκαναν ήδη τη δουλειά για εμάς». Η φράση αυτή αποτυπώνει τη νέα πραγματικότητα της νομισματικής πολιτικής.
Οι επενδυτές αντιδρούν πλέον πολύ ταχύτερα στα διαθέσιμα στοιχεία και προσαρμόζουν άμεσα τις αποδόσεις των ομολόγων, τις προσδοκίες για τα επιτόκια και συνολικά τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Σε αρκετές περιπτώσεις η πραγματική σύσφιξη ή χαλάρωση της πολιτικής ξεκινά πριν ακόμη συνεδριάσει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.
Αυτό σημαίνει ότι οι επόμενες αποφάσεις δεν θα εξαρτώνται μόνο από τις συνεδριάσεις της Φρανκφούρτης, αλλά θα επηρεάζονται από τα στοιχεία που δημοσιεύονται και από τον τρόπο με τον οποίο τα αξιολογούν οι αγορές.
Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα, ειδικά από την στιγμή που η οικονομία παραμένει περισσότερο ευάλωτη στις μεταβολές των τιμών της ενέργειας λόγω της μεγάλης συμμετοχής των υπηρεσιών, των μεταφορών και του τουρισμού στο ΑΕΠ. Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος των στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις κινήσεις των ευρωπαϊκών επιτοκίων.
Η πορεία του πληθωρισμού τους επόμενους μήνες θα επηρεάσει όχι μόνο το κόστος δανεισμού, αλλά και τον δημοσιονομικό σχεδιασμό της κυβέρνησης, τις προβλέψεις για την ανάπτυξη και το εύρος των μέτρων που σχεδιάζονται για τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.





































