Επανέρχονται τα σενάρια για επιθετικότερη αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη μετά την αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και την ενίσχυση των προσδοκιών για νέο γύρο πληθωριστικών πιέσεων λόγω της ανόδου των ενεργειακών τιμών.
Ενώ μέχρι πρότινος οι επενδυτές προεξοφλούσαν μία ακόμη αύξηση των παρεμβατικών δεικτών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ως το τέλος του έτους, οι προβλέψεις τους τις τελευταίες ημέρες έχουν αλλάξει.
Συγκεκριμένα, στο βασικό σενάριο αναμένουν την προς τα πάνω αναπροσαρμογής τους κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωτράπεζας το Σεπτέμβριο.
Επιπλέον, δίνουν πιθανότητες 40% για μία ακόμη κίνηση προς την ίδια κατεύθυνση τον ερχόμενο Δεκέμβριο. Εφόσον επαληθευτούν αυτές οι προβλέψεις, το κλείσιμο της χρονιάς θα βρει το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ στο 2,75% από 2,25% σήμερα.
Οι τράπεζες έχουν να κερδίσουν από μία τέτοια εξέλιξη, μιας και η πλειονότητα του δανειακού τους χαρτοφυλακίου είναι κυμαινόμενου επιτοκίου, άμεσα συνδεδεμένου με κάποιον εκ των ευρωπαϊκών δεικτών αναφοράς.
Ως εκ τούτου, θα δουν τα έσοδα από τόκους να ενισχύονται, χωρίς σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου, εφόσον η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής σταματήσει εκεί.
Πίεση spreads
Το ερώτημα όμως είναι τι θα συμβεί με τις νέες χρηματοδοτήσεις, η ζήτηση για τις οποίες εξαρτάται από την ελκυστικότητα των διαθέσιμων προϊόντων.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος, τα τελευταία χρόνια τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα καθορίζουν την επιτοκιακή τους πολιτική με βάση τις κινήσεις του euribor.
Κατά τους αναλυτές της, η μετακύλιση είναι αρκετά συμμετρική και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι κρατούν τεχνητά υψηλά τα επιτόκια στον καθοδικό κύκλο ή ότι τα αναποροσαρμόζουν περισσότερο στον ανοδικό.
Επιπλέον, σημειώνουν ότι χρειάζονται περίπου 2 μήνες για να περάσουν οι μεταβολές στο κόστος του χρήματος στα δάνεια τακτής λήξης και 1 μήνας στις πιστώσεις χωρίς καθορισμένη διάρκεια.
Το 2026 πάντως έχει καταγραφεί διαφορετική συμπεριφορά σε επιμέρους κατηγορίες πίστης. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα τα τραπεζικά επιτόκια κινούνται αντίθετα από τους δείκτες euribor.
Πρόκειται για χορηγήσεις που οι τράπεζες επιδιώκουν να προωθήσουν με μεγαλύτερη ένταση. Στο πλαίσιο αυτό επιλέγουν να περιορίσουν το περιθώριο κέρδους με στόχο την αύξηση της ζήτησης.
Τα στεγαστικά δάνεια
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα στεγαστικά δάνεια. Οι τράπεζες όχι μόνο δεν αύξησαν το κόστος τους, αλλά το περιόρισαν κόντρα στην άνοδο των ευρωπαϊκών επιτοκίων από τον περασμένο Μάρτιο.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος είναι αποκαλυπτικά. Το μέσο επιτόκιο στα νέα στεγαστικά δάνεια μειώθηκε κατά 15 μονάδες βάσης (0,15%) από τον περασμένο Δεκέμβριο σε 3,28%.
Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε το λανσάρισμα νέων προσφορών στα προϊόντα με σταθερό επιτόκιο.
Με βάση τα στοιχεία της ΤτΕ, το μέσο 10ετές σταθερό επιτόκιο υποχώρησε τον περασμένο Μάιο σε 3,85% έναντι 4,36% τον Ιανουάριο.
Ο ανταγωνισμός
Ανάλογη πολιτική συγκράτησης των spreads καταγράφεται και στα επιχειρηματικά δάνεια, που αποτελούν τον κινητήριο μοχλό της πιστωτικής επέκτασης, η διατήρηση της οποίας σε υψηλά επίπεδα αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για τον κλάδο.
Επιπλέον, ασκείται πίεση στους συστημικούς ομίλους από τις μικρότερες τράπεζες, όπως η CrediaBank και η Optima Bank, που κερδίζουν έδαφος, καθώς τρέχουν σταθερά με ρυθμούς υψηλότερους των μεριδίων τους.
Από την άλλη, οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν πλέον περισσότερες εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης από ό,τι την προηγούμενη δεκαετία, αναγκάζοντας τις τράπεζες να τους προσφέρουν καλύτερη τιμολόγηση.
Σύμφωνα με τραπεζική πηγή, ακόμη κι αν η γεωπολιτική αβεβαιότητα οδηγήσει τα επιτόκια σε ελαφρώς υψηλότερα του αναμενόμενου μέχρι πριν από λίγους μήνες επίπεδα, το κόστος δανεισμού στην Ελλάδα δεν θα επηρεαστεί στον ίδιο βαθμό.
Κι αυτό διότι, όπως εξηγεί, οι τράπεζες λειτουργούν πλέον σε ένα περιβάλλον πολύ ισχυρότερου ανταγωνισμού, με τη μάχη για την προσέλκυση δανειοληπτών με ικανοποιητικό πιστοληπτικό προφίλ να είναι σκληρή.





































