Παρά την επιθυμία του προέδρου της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, να προβάλλει μια εικόνα ισχύος και σταθερότητας, το κινεζικό νόμισμα εξακολουθεί να θεωρείται σημαντικά υποτιμημένο. Σύμφωνα με τον Μαρκ Σόμπελ, πρώην ανώτερο αξιωματούχο του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών και ειδικό σε θέματα διεθνούς νομισματικής πολιτικής, η πραγματική αξία του γουάν βρίσκεται περίπου 20% έως 30% υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: ενώ ο Σι δεν επιθυμεί ένα αδύναμο νόμισμα, η ίδια η δομή της κινεζικής οικονομίας διατηρεί το γουάν σε χαμηλή ισοτιμία, ενισχύοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα των κινεζικών εξαγωγών.
Η εξήγηση βρίσκεται στο αναπτυξιακό μοντέλο που ακολουθεί η Κίνα εδώ και δεκαετίες, επισημαίνει σε άρθρο της η Wall Street Journal. Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μιας χώρας αντικατοπτρίζει τη διαφορά μεταξύ των αποταμιεύσεων και των επενδύσεών της.
Στην περίπτωση της Κίνας, το ποσοστό αποταμίευσης παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Αυτό οφείλεται αφενός στη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αφετέρου στην περιορισμένη κοινωνική προστασία. Τα κινεζικά νοικοκυριά εξακολουθούν να αποταμιεύουν σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους για να καλύψουν μελλοντικές ανάγκες, όπως η υγειονομική περίθαλψη ή η συνταξιοδότηση, καθώς το άλλοτε ισχυρό κρατικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας έχει αποδυναμωθεί σημαντικά.
Οι τεράστιες αυτές αποταμιεύσεις διοχετεύονται κυρίως μέσω των κρατικών τραπεζών προς κρατικές επιχειρήσεις και σε τομείς που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Η κρατική χρηματοδότηση διατηρεί σε λειτουργία τη βιομηχανική παραγωγή ακόμη και όταν η εγχώρια ζήτηση δεν επαρκεί για να απορροφήσει τα προϊόντα.
Παρότι αρκετές κινεζικές επιχειρήσεις έχουν πετύχει εντυπωσιακή τεχνολογική πρόοδο, μεγάλο μέρος της παραγωγής χαρακτηρίζεται από αυτό που οι ίδιοι οι Κινέζοι αξιωματούχοι αποκαλούν «involution» (φαύλο κύκλο υπερπαραγωγής και αναποτελεσματικού ανταγωνισμού) – μια κατάσταση όπου επιχειρήσεις και τοπικές κυβερνήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν εργοστάσια που δεν είναι πλέον οικονομικά αποδοτικά, μόνο και μόνο για να διατηρήσουν την απασχόληση ή να επιτύχουν τους στόχους ανάπτυξης που έχουν τεθεί.

Η Κίνα αντιμέτωπη με χαμηλή εσωτερική κατανάλωση και μηδενικό πληθωρισμό
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία με υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και σχετικά ασθενή εσωτερική κατανάλωση. Η κρίση στην αγορά ακινήτων, η χαμηλή εμπιστοσύνη των καταναλωτών και ο σχεδόν μηδενικός πληθωρισμός περιορίζουν τη ζήτηση στο εσωτερικό της χώρας. Έτσι, η πλεονάζουσα παραγωγή διοχετεύεται αναγκαστικά στις διεθνείς αγορές μέσω των εξαγωγών.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Σόμπελ, το εμπορικό πλεόνασμα που προέρχεται αποκλειστικά από τις μεταποιητικές εξαγωγές υπερβαίνει πλέον το 10% του κινεζικού ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί τις εμπορικές εντάσεις με τις δυτικές οικονομίες και έχει οδηγήσει αρκετούς οικονομολόγους να μιλούν για ένα νέο «China Shock», δηλαδή ένα δεύτερο κύμα πίεσης που προκαλεί η κινεζική παραγωγή στη μεταποιητική βιομηχανία της Δύσης.
Εφαρμόζοντας το μοντέλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την αξιολόγηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ο Σόμπελ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το γιουάν παραμένει υποτιμημένο κατά 20%-30%. Αν και το κινεζικό νόμισμα έχει ενισχυθεί ελαφρώς μέσα στον τελευταίο χρόνο, η πραγματική του αξία, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό, εξακολουθεί να είναι περίπου 15% χαμηλότερη σε σχέση με το 2022.
Ένας βασικός λόγος είναι η διαφορά στον πληθωρισμό μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών. Εάν στις ΗΠΑ ο πληθωρισμός κινείται γύρω στο 3%, ενώ στην Κίνα παραμένει σχεδόν μηδενικός, ακόμη και μια σταθερή ονομαστική ισοτιμία σημαίνει ότι τα κινεζικά προϊόντα γίνονται κάθε χρόνο πιο ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν η ισοτιμία δεν αλλάζει, το γουάν αποκτά σταδιακά χαμηλότερη πραγματική αξία, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα των κινεζικών εξαγωγών.

Σε τι οφείλεται η μικρή ανατίμηση του γιουάν
Η πρόσφατη μικρή ανατίμηση του γουάν αποδίδεται σε διάφορους παράγοντες. Το υψηλό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η αποδυνάμωση του αμερικανικού δολαρίου και η μετατροπή σε γουάν συναλλαγματικών εσόδων από τους Κινέζους εξαγωγείς συνέβαλαν στην ενίσχυση του νομίσματος. Όταν οι επιχειρήσεις διαπίστωσαν ότι το Πεκίνο δεν αντιδρούσε αρνητικά στην άνοδο του γουάν, άρχισαν να μετατρέπουν περισσότερα δολάρια σε εγχώριο νόμισμα, ενισχύοντας περαιτέρω την ισοτιμία. Ωστόσο, παραμένει αντικείμενο συζήτησης το κατά πόσο οι κρατικές τράπεζες της Κίνας παρεμβαίνουν διακριτικά στην αγορά συναλλάγματος για να ελέγχουν τον ρυθμό αυτής της ανατίμησης.
Πέρα όμως από τα οικονομικά δεδομένα, υπάρχει και η πολιτική διάσταση. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο Σι Τζινπίνγκ δεν επιθυμεί ένα αδύναμο γουάν κυρίως για λόγους κύρους και γεωπολιτικής εικόνας. Ένα ισχυρό νόμισμα θεωρείται ένδειξη οικονομικής δύναμης και σταθερότητας. Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο και απείλησε με νέους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Από τη μία πλευρά, μια υποτίμηση του γουάν θα μετρίαζε τις επιπτώσεις των αμερικανικών δασμών στις εξαγωγές. Από την άλλη, μια τέτοια εξέλιξη θα ερχόταν σε αντίθεση με τις προτιμήσεις του Σι, ο οποίος δεν επιθυμεί να εμφανίζεται η χώρα του με αδύναμο νόμισμα.
Τελικά, η αποκλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων και η σταδιακή σταθεροποίηση της ισοτιμίας επέτρεψαν στο Πεκίνο να αποφύγει μια δύσκολη επιλογή. Οι εκτιμήσεις του Σόμπελ είναι ότι η Κίνα θα συνεχίσει να επιτρέπει μια πολύ αργή και ελεγχόμενη ανατίμηση του γουάν, χωρίς όμως να μεταβάλει το βασικό αναπτυξιακό της μοντέλο.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα της Wall Street Journal είναι ότι η σχετικά χαμηλή αξία του γουάν δεν αποτελεί κάποιο προσωρινό πρόβλημα της κινεζικής οικονομίας, αλλά αναπόσπαστο στοιχείο του τρόπου λειτουργίας της. Το υψηλό επίπεδο αποταμιεύσεων, οι κρατικά κατευθυνόμενες επενδύσεις και η εξάρτηση από τις εξαγωγές διατηρούν το νόμισμα σε σχετικά χαμηλή πραγματική αξία. Παρά την προσωπική προτίμηση του Σι Τζινπίνγκ για ένα ισχυρότερο νόμισμα, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το Πεκίνο είναι διατεθειμένο να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο που συντηρεί αυτή την κατάσταση. Ως αποτέλεσμα, η Κίνα αναμένεται να συνεχίσει να στηρίζει την ανάπτυξή της στις εξαγωγές, διατηρώντας παράλληλα τις εμπορικές τριβές με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.







![Savills: H κατάσταση του κλάδου των κατασκευών ανά ήπειρο [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/08/kataskeves-2-1024x682-1-1-300x300.jpg)








![Ουρανοξύστες: Ποιες πόλεις κατασκευάζουν τους περισσότερους [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/08/skyscrapers.jpg)

![Ελαιόλαδο: Τι αλλάζει στο εμπόριο και τις τιμές – Τα νέα δεδομένα [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/08/elaiolado.20232.jpg)

![Savills: H κατάσταση του κλάδου των κατασκευών ανά ήπειρο [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/08/kataskeves-2-1024x682-1-1.jpg)












