Τις προτάσεις και επισημάνσεις του ενόψει της πρωθυπουργικής ομιλίας στην 90η ΔΕΘ απέστειλε με υπόμνημά του προς την κυβέρνηση το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά (ΕΒΕΠ).
Οπως επισημαίνει σε επιστολή του προς τον πρωθυπουργό ο πρόεδρος του επιμελητηρίου, Βασίλης Κορκίδης, «ο δρόμος προς και μετά τη φετινή ΔΕΘ δεν είναι εύκολος. Η ελληνική οικονομία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ακρίβεια, τη δημοσιονομική πειθαρχία, τις αυξημένες κοινωνικές απαιτήσεις και ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική αστάθεια, υψηλό ενεργειακό κόστος και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις. Οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών, όμως εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό λειτουργικό κόστος, περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, ακριβό χρήμα και τη μειωμένη καταναλωτική δυνατότητα των νοικοκυριών. Η αγορά ζητά σταθερότητα, προβλεψιμότητα και μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας».
Οι προτεραιότητες για την επιχειρηματικότητα συνοψίζονται στα εξής:
· μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις επιχειρήσεων,
· περιορισμός των ασφαλιστικών εισφορών,
· πρόσβαση στη χρηματοδότηση και ενίσχυση ρευστότητας,
· αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους,
· εξάλειψη γραφειοκρατίας και επιτάχυνση αδειοδοτήσεων,
· βελτίωση ανταγωνιστικότητας και πάταξη αθέμιτων εμπορικών πρακτικών,
· ενίσχυση πρωτογενούς τομέα, μεταποίησης και βιομηχανίας,
· στήριξη των εξαγωγών και της εγχώριας αγροτικής παραγωγής,
· αξιοποίηση ναυπηγείων, λιμένων και θαλάσσιας εφοδιαστικής αλυσίδας,
· κίνητρα για επενδύσεις από ΜμΕ σε τεχνολογία και καινοτομία.

Οι πρωτοβουλίες που αναμένει η ελληνική αγορά
«Η ελληνική αγορά δεν χρειάζεται μόνο ένα πακέτο παροχών. Χρειάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο ανάπτυξης με ορίζοντα τετραετίας. Το μήνυμα της επιχειρηματικής κοινότητας είναι σαφές: λιγότεροι φόροι, περισσότερες επενδύσεις, υψηλότερη παραγωγικότητα και σταθερό οικονομικό περιβάλλον», τονίζει μεταξύ άλλων ο κ. Κορκίδης, προσθέτοντας ότι η επιχειρηματική κοινότητα αναμένει 3 σημαντικές πρωτοβουλίες:
Πρώτον, τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων. Η μείωση, τόσο του φορολογικού συντελεστή στα κέρδη, όσο και της προκαταβολής φόρου δεν αποτελεί μόνο μέτρο ανακούφισης, αλλά και εργαλείο προσέλκυσης επενδύσεων και δημιουργίας νέων επιχειρήσεων. Η εφαρμογή δύο συντελεστών ΦΠΑ χωρίς να μειώνει τα έσοδα έμμεσων φόρων δεν θα αποτελέσει μόνο μια φορολογική μεταρρύθμιση, αλλά θα περιορίσει σημαντικά την ακρίβεια.
Δεύτερον, την περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Η διεύρυνση των ημερήσιων παροχών σίτισης και η προσθήκη παροχών μετακίνησης προσωπικού, καθώς και η αποσύνδεση των αμοιβών «bonus» από τις εισφορές δεν στερεί ασφαλιστικά έσοδα, αλλά συνδέει τη παραγωγικότητα με τις αποδοχές. Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το συνολικό κόστος απασχόλησης και την ενίσχυση της παραγωγικής εργασίας.
Τρίτον, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, που εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πρόβλημα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παρά τη βελτίωση, πολλές ΜμΕ δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις και να αποκτήσουν κεφάλαιο κίνησης. Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και η ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών με χρηματοδοτικά προϊόντα «δεύτερης ευκαιρίας» πρέπει να αποτελέσουν εθνική προτεραιότητα.
Καταλήγοντας, επισημαίνει πως: «Ως θεσμικοί εκπρόσωποι της επιμελητηριακής κοινότητας, θεωρούμε ότι οι μόνιμες μεταρρυθμίσεις έχουν πλέον μεγαλύτερη αξία από τις προσωρινές παροχές. Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από πολιτικές που αυξάνουν το δυνητικό προϊόν της χώρας, δημιουργούν σταθερές θέσεις εργασίας και ενισχύουν την παραγωγική βάση. Η ανάπτυξη που στηρίζεται στην κατανάλωση και τον τουρισμό είναι πολύ σημαντική, αλλά δεν αρκεί. Απαιτείται μεγαλύτερη συμμετοχή των επενδύσεων, των εξαγωγών και πρωτίστως της εγχώριας παραγωγής. Αυτό λοιπόν, που επιθυμούμε από τη Κυβέρνηση στο πλαίσιο της Δ.Ε.Θ. είναι ένα “οικονομικό συμβόλαιο βιωσιμότητας” όλων των μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων».


































