array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(17) "News and Politics"
    [1]=>
    string(18) "Academic Interests"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(16) "Political Issues"
    [1]=>
    string(22) "Governance and Society"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(7) "neutral"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(28) "Law Gov & Politics: Politics"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(22) "Opinion and Editorial1"
}

Η δημοκρατία της διαχείρισης τελειώνει

Οι πολίτες αισθάνονται ότι η πολιτική δεν σχεδιάζει το μέλλον. Απλώς διαχειρίζεται τις συνέπειες όσων έχουν ήδη συμβεί

Η δημοκρατία της διαχείρισης τελειώνει

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Υπάρχουν περίοδοι στην Ιστορία όπου οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν κρίσεις. Και υπάρχουν άλλες, ίσως σπανιότερες, κατά τις οποίες η πολιτική παύει να ανταποκρίνεται ή να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.

Η σημερινή Ευρώπη βρίσκεται ακριβώς σε μια τέτοια στιγμή. Δεν λείπουν οι κυβερνήσεις, ούτε οι νόμοι, ούτε οι θεσμοί. Λείπει, όμως, η αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα μπορεί ακόμη να προλάβει τις εξελίξεις αντί να τις ακολουθεί. Οι πολίτες αισθάνονται ότι η πολιτική δεν σχεδιάζει το μέλλον. Απλώς διαχειρίζεται τις συνέπειες όσων έχουν ήδη συμβεί.

Αυτή η αίσθηση δεν είναι προϊόν λαϊκισμού. Είναι αποτέλεσμα μιας πραγματικότητας που αλλάζει με ταχύτητα την οποία οι παραδοσιακοί πολιτικοί μηχανισμοί αδυνατούν να παρακολουθήσουν.

Η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει την εργασία, η γεωπολιτική επιστρέφει ως καθοριστικός παράγοντας της οικονομίας, οι εφοδιαστικές αλυσίδες αναδιατάσσονται, το Δημογραφικό υπονομεύει την ανάπτυξη, οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται και η τεχνολογική ισχύς συγκεντρώνεται σε λίγες εταιρείες και λίγα κράτη. Η πολιτική, αντί να επεξεργάζεται νέες στρατηγικές, εξακολουθεί συχνά να συζητεί με όρους της προηγούμενης δεκαετίας.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Δημιουργήθηκε για να εξασφαλίσει ειρήνη, κοινή αγορά και οικονομική σύγκλιση. Σήμερα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπη με ζητήματα για τα οποία δεν είχε σχεδιαστεί: ενεργειακή ασφάλεια, τεχνολογική κυριαρχία, αμυντική αυτονομία, ψηφιακό ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, μεταναστευτικές πιέσεις και δημογραφική γήρανση.

Κάθε κρίση οδηγεί σε έναν νέο συμβιβασμό, αλλά όχι απαραίτητα σε ένα νέο όραμα. Η Ευρώπη εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός συνεννόησης παρά ως δύναμη στρατηγικής πρωτοβουλίας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα έχει δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να συνεχίσει να θεωρεί ότι η επιτυχία της εξαρτάται κυρίως από τις ευρωπαϊκές αποφάσεις, τα κοινοτικά προγράμματα και τις ευνοϊκές διεθνείς συγκυρίες. Η δεύτερη είναι να αντιληφθεί ότι η νέα εποχή επιβραβεύει εκείνες τις χώρες που διαμορφώνουν οι ίδιες τις προτεραιότητές τους, επενδύοντας στη γνώση, στην καινοτομία, στην παραγωγή και στους θεσμούς τους.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα περιστρέφεται γύρω από τη δημοσιονομική σταθερότητα. Ηταν αναγκαίο. Δεν είναι όμως πλέον αρκετό. Μια οικονομία μπορεί να έχει πλεονάσματα και ταυτόχρονα να χάνει το πιο παραγωγικό ανθρώπινο δυναμικό της. Μπορεί να παρουσιάζει ανάπτυξη και ταυτόχρονα να εξαρτάται υπερβολικά από την κατανάλωση, τον τουρισμό ή την αγορά ακινήτων. Μπορεί να προσελκύει επενδύσεις χωρίς να δημιουργεί τεχνολογία. Μπορεί να αυξάνει το εισόδημα χωρίς να αυξάνει την παραγωγικότητά της.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό ερώτημα της επόμενης δεκαετίας – δεκαπενταετίας: Ποιο μοντέλο ανάπτυξης επιδιώκει η Ελλάδα; Αν η απάντηση περιορίζεται στην καλύτερη διαχείριση των υφιστάμενων πόρων, τότε η χώρα θα συνεχίσει να κινείται με βραδύτερο ρυθμό από τις τεχνολογικές και γεωπολιτικές εξελίξεις. Αν, αντίθετα, επιλέξει να επενδύσει συστηματικά στην έρευνα, στην τεχνητή νοημοσύνη, στις ψηφιακές υποδομές, στην εκπαίδευση, στη βιομηχανία υψηλής προστιθέμενης αξίας και στην αποτελεσματικότητα του κράτους, τότε μπορεί να μετατραπεί από παθητικό αποδέκτη εξελίξεων σε ενεργό διαμορφωτή τους.

Το πρόβλημα είναι ότι το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί με ορίζοντα εκλογικού κύκλου, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει το σημερινό οικονομικό επιτελείο για την προώθηση μιας πιο μακροπρόθεσμης στρατηγικής. Οι μεγάλες μεταβολές απαιτούν στρατηγική δεκαετιών. Η συζήτηση κυριαρχείται από επιδόματα, δημοσκοπήσεις, επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις και καθημερινές συγκρούσεις. Ολα αυτά έχουν σημασία, αλλά κανένα δεν απαντά στο ερώτημα πού θέλουμε να βρίσκεται η χώρα το 2040 ή το 2050.

Μια κοινωνία χωρίς μακροπρόθεσμο στόχο καταλήγει να αναλώνεται στην τακτική της επόμενης μέρας.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε ολόκληρη τη Δύση αυξάνεται η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Οι πολίτες δεν απορρίπτουν κατ’ ανάγκην τη δημοκρατία. Αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά της. Οταν οι κυβερνήσεις φαίνονται ανίκανες να ελέγξουν το κόστος ζωής, να προστατεύσουν την εργασία, να διαχειριστούν τις μεταναστευτικές πιέσεις ή να εξασφαλίσουν ίσες ευκαιρίες για τις νέες γενιές, τότε ενισχύεται η πεποίθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού – στις αγορές, στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, στους διεθνείς οργανισμούς, στις γεωπολιτικές ισορροπίες – ή υπαγορεύονται από συμφέροντα.

Αυτή η εξέλιξη είναι ίσως πιο επικίνδυνη από οποιαδήποτε οικονομική ύφεση. Οι οικονομικές κρίσεις αντιμετωπίζονται. Η απώλεια εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο για να αποκατασταθεί.

Οταν οι κοινωνίες παύουν να πιστεύουν πως η πολιτική μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους, τότε αναζητούν εύκολες απαντήσεις, χαρισματικούς σωτήρες ή ακραίες λύσεις. Η δημοκρατία δεν αποδυναμώνεται μόνο από τους εχθρούς της. Αποδυναμώνεται και όταν παύει να παράγει αποτελέσματα.

Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά την απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Θα ήταν λάθος να επαναλάβει το ίδιο σφάλμα σε μια εποχή όπου η τεχνολογία μεταβάλλει την οικονομία ταχύτερα από κάθε άλλη περίοδο μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η πρόκληση δεν είναι απλώς να αυξηθεί το ΑΕΠ ή να βελτιωθούν οι δείκτες. Είναι να δημιουργηθεί μια χώρα που να παράγει γνώση, να προσελκύει ταλαντούχους ανθρώπους, να αξιοποιεί το επιστημονικό της δυναμικό και να αποκτήσει θεσμούς που λειτουργούν με ταχύτητα, διαφάνεια και συνέχεια.

Η μεγάλη πολιτική σύγκρουση των επόμενων ετών δεν θα είναι ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά με την παραδοσιακή έννοια. Θα είναι ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη διακυβέρνηση. Από τη μία πλευρά θα βρίσκονται όσοι θεωρούν ότι αρκεί η αποτελεσματική διαχείριση της καθημερινότητας. Από την άλλη, όσοι πιστεύουν ότι χωρίς ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο για την παραγωγή, την τεχνολογία, την εκπαίδευση και τους θεσμούς καμία διαχείριση δεν θα είναι αρκετή.

Η εποχή κατά την οποία οι κυβερνήσεις κρίνονταν αποκλειστικά από την ικανότητά τους να επιλύουν τα προβλήματα του παρόντος τελειώνει. Στη νέα πραγματικότητα θα κρίνονται κυρίως από την ικανότητά τους να προετοιμάζουν το μέλλον. Και αυτή είναι μια πολύ πιο απαιτητική δοκιμασία. Γιατί η Ιστορία σπάνια επιβραβεύει εκείνους που διαχειρίζονται σωστά την παρακμή. Επιβραβεύει όσους έχουν το θάρρος να αλλάξουν εγκαίρως την πορεία της.

Ο κ. Μιχάλης Σάλλας είναι πρόεδρος του Lyktos Group, επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου.

OT Originals
Περισσότερα από Experts

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies