Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μετρά σχεδόν έξι μήνες αλλά η εξέλιξη της σύγκρουσης, που άρχισε με την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, δεν είναι -σίγουρα- αυτή που θα ήθελε η Ουάσιγκτον αλλα ούτε και αυτή που περίμεναν αρκετοί αναλυτές.
Αλλωστε, η εμπλοκή μιας υπερδύναμης όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, που αξιοποιεί προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία, απέναντι σε μια χώρα και έναν στρατό με υποδεέστερες δυνατότητες, έδειχνε ότι το αποτέλεσμα είχε ήδη κριθεί και πως θα ήταν συντριπτικό σε βάρος του Ιράν. Θα έδινε, μάλιστα, τη δυνατότητα στις ΗΠΑ να επιβάλουν τις απαιτήσεις τους στην Τεχεράνη.
Ωστόσο, η εικόνα που έχει διαμορφωθεί «πόρρω απέχει» απο τις αρχικές εκτιμήσεις.
Αδιέξοδο
Οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν για μια συμφωνία σχετικά με την επαναλειτουργία της κρίσιμης -για την παγκόσμια οικονομία- θαλάσσιας οδού στον Περσικό Κόλπο, βρίσκονται σε αδιέξοδο εδώ και ημέρες και παρά το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον άφηνε να εννοηθεί ότι η λύση είναι κοντά.
Τώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στην οικονομική πίεση των κυρώσεων και του αμερικανικού αποκλεισμού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Τραμπ είχε αρχικά κηρύξει αποκλεισμό του Ιράν τον Απρίλιο, πριν τον άρει στο πλαίσιο μιας προηγούμενης συμφωνίας για το άνοιγμα του στενού και την έναρξη της σταδιακής κατάπαυσης του πολέμου τον Ιούνιο. Επανέφερε τον αποκλεισμό τον Ιούλιο, αφού το Ιράν άρχισε να επιτίθεται ξανά σε πλοία για να επιβάλει τον έλεγχό του επί του στενού.
Οπως αναφέρει η Wall Street Journal, μέχρι τη Δευτέρα, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ, η οποία εποπτεύει τις αμερικανικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή, είχε ανακατευθύνει 55 εμπορικά πλοία, είχε θέσει εκτός λειτουργίας δύο και είχε επιβιβαστεί σε δύο για την επιβολή του αποκλεισμού. Είχε ανακατευθύνει 194 σκάφη και είχε θέσει εκτός λειτουργίας εννέα κατά τον πρώτο γύρο του αποκλεισμού μέχρι τα μέσα Ιουνίου.
Τώρα, η ανανεωμένη αμερικανική προσπάθεια για τον αποκλεισμό των πετρελαϊκών μεταφορών του Ιράν έχει δημιουργήσει μια αντιπαράθεση, στην οποία τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη προσπαθούν να ασκήσουν οικονομική πίεση για να εξαναγκάσουν την άλλη πλευρά.
Το κόστος
Από επιχειρησιακή άποψη, οι ΗΠΑ κυριάρχησαν τους πρώτους έξι μήνες. Διεξήγαγαν περισσότερες από 13.000 επιθέσεις, κατέστρεψαν την ιρανική πολεμική αεροπορία και μεγάλο μέρος του ιρανικού ναυτικού, δολοφόνησαν τον ανώτατο ηγέτη και μεγάλο μέρος της ηγεσίας του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης.
Οπως σημειώνει η Τζάκελιν Σνάιντερ στους Financial Times, o πόλεμος κατέστρεψε την ιρανική οικονομία, με άμεσες επιπτώσεις στον πληθωρισμό, την έλλειψη πόρων και το κόστος ανοικοδόμησης που εκτιμάται μεταξύ 200 και 300 δισ. δολαρίων.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να επιτύχουν αποφασιστική νίκη. Οι σκληροπυρηνικοί παραμένουν στην εξουσία στο Ιράν. Το μέλλον του πυρηνικού του προγράμματος, το οποίο πιθανώς έχει υποστεί ζημιά από τις αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις, παραμένει ασαφές. Οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό των εχθροπραξιών βρίσκονται σε αδιέξοδο.
Το Ιράν συνεχίζει να εξαπολύει πυραυλικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων και των συμμάχων τους στην περιοχή. Η ναυτιλία μέσω του Στενού του Ορμούζ, και πλέον και της Ερυθράς Θάλασσας, παραμένει σε κίνδυνο.
Η στρατηγική επιτυχία των ΗΠΑ μπορεί να είναι ασαφής, αλλά το επιχειρησιακό κόστος είναι ευκολότερο να υπολογιστεί: 18 νεκροί στρατιωτικοί και τουλάχιστον 624 τραυματίες. Ο αριθμός αυτός είναι πολύ μικρότερος από ό,τι στις χερσαίες συγκρούσεις στο Ιράκ, το Αφγανιστάν ή το Βιετνάμ, αλλά πολύ μεγαλύτερος από την τελευταία μεγάλη αεροπορική μάχη των ΗΠΑ στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1990.
Οι επιχειρήσεις στο Ιράν έχουν κοστίσει στο αμερικανικό Πεντάγωνο 37,5 δισ. δολάρια, με επιπλέον 67 δισ. δολάρια για την ανασύσταση των αποθεμάτων που βρίσκονται πλέον σε επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα (καθώς και ενδεχομένως άλλα 5 δισ. δολάρια για την επισκευή κατεστραμμένων εγκαταστάσεων στην περιοχή).
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s Analytics εκτίμησε ότι «το μέσο [αμερικανικό] νοικοκυριό θα πληρώσει 1.000 δολάρια εξαιτίας του πολέμου» — είτε μέσω φόρων για τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών δαπανών είτε μέσω της αύξησης του κόστους των καυσίμων.
Με κάθε μέτρο, λοιπόν, το Ιράν αποτελεί μια αποτυχημένη περίπτωση για τον αμερικανικό τρόπο διεξαγωγής πολέμου, υπογραμμίζει η υπότροφος του προγράμματος Hoover στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ Τζακελιν Σνάιντερ.
Η κοινή γνώμη και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή
Η ιστορία έχει δείξει ότι η επιτυχία και μάλιστα η «υποδοχή» μιας πολεμικής αναμέτρησης απο την κοινή γνώμη δεν είναι πάντα γραμμική. Υπάρχουν τα παραδείγματα του Βιετνάμ αλλά και της Κορέας, όπως και τα πιο πρόσφατα στα Βαλκάνια και συγκεκριμένα στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί αποδοκιμάζουν τον πόλεμο με το Ιράν (ακόμη και ένα αυξανόμενο ποσοστό των υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ). Και όμως, μέχρι στιγμής έχει προκαλέσει ελάχιστη αναταραχή στο κοινό. Δεν έχουν σημειωθεί μαζικές διαδηλώσεις, ούτε μαζικές παραιτήσεις από το στρατό. Ακόμη και ο θάνατος ενός πιλότου ελικοπτέρου του Πολεμικού Ναυτικού στην Αραβική Θάλασσα προσέλκυσε ελάχιστη προσοχή από το κοινό.
Οπως γράφει στους Financial Times η Τζακελιν Σνάιντερ, ισως η πραγματική δοκιμασία να έρθει τον Νοέμβριο, όταν οι ενδιάμεσες εκλογές θα αποκαλύψουν αν το κοινό θα τιμωρήσει τους Ρεπουμπλικάνους για την έναρξη της σύγκρουσης. Εάν δεν υπάρξει αυτή η τιμωρία, είναι εξαιρετικά απίθανο το Κογκρέσο ή ο Λευκός Οίκος να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν τον αμερικανικό στρατό.
Αυτό θα αφήσει στους βετεράνους αυτού του πολέμου το καθήκον να διαμορφώσουν νέες δοξασίες, θεωρίες νίκης, στρατιωτικό δυναμικό και οπλικά συστήματα. Οι βετεράνοι του Βιετνάμ κατάφεραν να αλλάξουν σημαντικά τον αμερικανικό στρατό, μετασχηματίζοντας την αμερικανική θεωρία της νίκης, εν μέρει επειδή πίστευαν ότι το κοινό ήταν πρόθυμο να ζητήσει λογοδοσία από τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων.
Σήμερα δεν είναι σαφές αν ο μέσος Αμερικανός ενδιαφέρεται καν για το θέμα.































