Την εκστρατεία επιθέσεων με drones εναντίον πετρελαιοφόρων που χρησιμοποιούν κρίσιμη εγκατάσταση στον ρωσικό λιμένα του Νοβοροσίσκ ανέστειλε η Ουκρανία, μετά από παρέμβαση του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς.
Η αμερικανική κυβέρνηση είχε εκφράσει έντονη ανησυχία ότι οι ουκρανικές επιθέσεις απειλούσαν να αποσταθεροποιήσουν περαιτέρω τις διεθνείς αγορές πετρελαίου, ενώ ταυτόχρονα έπλητταν αμερικανικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στην ενεργειακή υποδομή της περιοχής. Το ζήτημα τέθηκε, σύμφωνα με αξιωματούχους που επικαλούνται οι Financial Times, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας του Βανς με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι στις 31 Ιουλίου.
Έκτοτε, η Ουκρανία δεν έχει πραγματοποιήσει νέες επιθέσεις εναντίον πετρελαιοφόρων κοντά στον τερματικό σταθμό του Caspian Pipeline Consortium (CPC) στο Νοβοροσίσκ, σύμφωνα με ουκρανικές πηγές και ανάλυση ανοικτών δεδομένων που επικαλούνται οι Financial Times.
Η συμφωνία φαίνεται να αφορά ειδικά πλοία που μεταφέρουν πετρέλαιο από το Καζακστάν και όχι ρωσικό αργό. Το Κίεβο φέρεται να έχει δεσμευθεί να μην πλήττει τις εγκαταστάσεις του CPC ή πλοία που δεν είναι ρωσικά, εφόσον αυτά δεν βρίσκονται υπό ουκρανικές κυρώσεις και δεν μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο ή άλλο ρωσικό φορτίο.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ουάσιγκτον. Το CPC αποτελεί τον σημαντικότερο αγωγό εξαγωγής πετρελαίου του Καζακστάν προς τις διεθνείς αγορές και λειτουργεί ως εναλλακτική οδός προς την Ευρώπη, μειώνοντας την εξάρτηση από ρωσικές ενεργειακές προμήθειες. Παράλληλα, αμερικανικοί ενεργειακοί κολοσσοί έχουν σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην αλυσίδα παραγωγής και μεταφοράς.
Η Chevron κατέχει το 50% του κοιτάσματος Tengiz, του μεγαλύτερου πετρελαϊκού κοιτάσματος του Καζακστάν, ενώ η ExxonMobil διαθέτει ποσοστό 25%. Αμερικανός αξιωματούχος επιβεβαίωσε στους Financial Times ότι η κυβέρνηση Τραμπ είχε ζητήσει από την Ουκρανία να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον μη ρωσικών πλοίων και των υποδομών του CPC.

Ουκρανία και ΗΠΑ έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα
Οι ουκρανικές επιθέσεις είχαν ήδη προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις. Τον Ιούλιο, οι επιθέσεις στο CPC και σε ρωσική ναυτιλία στη Θάλασσα του Αζόφ ανάγκασαν επανειλημμένα το Καζακστάν να διακόψει τη ροή πετρελαίου προς το Νοβοροσίσκ. Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, οι φορτώσεις του CPC μειώθηκαν τον Ιούλιο σε περίπου 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, περισσότερα από 300.000 βαρέλια κάτω από τον Ιούνιο και περίπου 600.000 κάτω από τον Μάιο.
Η ένταση κορυφώθηκε στις 17 Ιουλίου, όταν πετρελαιοφόρο που είχε ναυλώσει η Exxon χτυπήθηκε ενώ περίμενε να φορτώσει στον τερματικό σταθμό. Το περιστατικό ανέδειξε τον κίνδυνο η ουκρανική εκστρατεία εναντίον της ρωσικής ενεργειακής υποδομής να μετατραπεί σε πρόβλημα για επιχειρήσεις και ενεργειακές ροές που η Ουάσιγκτον θεωρεί στρατηγικά σημαντικές.
Η αναστολή των επιθέσεων, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η Ουκρανία εγκαταλείπει την προσπάθεια να πλήξει τη ρωσική ενεργειακή βιομηχανία. Αντιθέτως, σύμφωνα με τους FT, το Κίεβο έχει εντείνει τις επιθέσεις σε άλλες ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, με στόχο διυλιστήρια βαθιά στο εσωτερικό της χώρας.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν διαφορετικό στρατηγικό στόχο: να περιορίσουν την ικανότητα της Ρωσίας να διυλίζει αργό πετρέλαιο και να παράγει καύσιμα, μειώνοντας έτσι τα έσοδα που χρηματοδοτούν τον πόλεμο. Ήδη έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας σημαντικά τμήματα της ρωσικής δυναμικότητας διύλισης, προκαλώντας πιέσεις στις εξαγωγές diesel και βενζίνης.
Η αμερικανική παρέμβαση, επομένως, αποκαλύπτει μια δύσκολη ισορροπία για την Ουάσιγκτον και το Κίεβο. Η Ουκρανία επιδιώκει να διευρύνει τον οικονομικό πόλεμο εναντίον της Ρωσίας, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται την αμερικανική στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη. Σύμφωνα με πηγή που επικαλούνται οι FT, το Κίεβο συνδέει τη συμφωνία και με την επιθυμία του να εξασφαλίσει αμερικανική άδεια για την παραγωγή αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot, καθώς και να προμηθευτεί εκατοντάδες τέτοιους πυραύλους πριν από τον χειμώνα.
Ο Ζελένσκι φέρεται να επανέλαβε στον Βανς ότι η αεράμυνα αποτελεί την κορυφαία προτεραιότητα της Ουκρανίας. Έτσι, η υπόθεση του Νοβοροσίσκ καταδεικνύει πως ο ενεργειακός πόλεμος, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου και οι ανάγκες της ουκρανικής αεράμυνας έχουν πλέον γίνει αλληλένδετα στοιχεία της ευρύτερης διαπραγμάτευσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου.




































