Οι ενδιάμεσες εκλογές, γνωστές ως midterm elections, πραγματοποιούνται κάθε τέσσερα χρόνια, στο μέσο της τετραετούς θητείας του εκάστοτε προέδρου των ΗΠΑ.
Κι αυτό διότι ο μεν πρόεδρος εκλέγεται για τέσσερα χρόνια, όμως οι εκλογικοί κύκλοι του Κογκρέσου είναι διαφορετικοί, γεγονός που επιτρέπει στους Αμερικανούς ψηφοφόρους να μεταβάλουν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον πριν ολοκληρωθεί η προεδρική θητεία.
Ειδικότερα, με την πρωθύστερη παρατήρηση ότι το Κογκρέσο αποτελείται από δύο σώματα (τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία), στη Βουλή, η θητεία κάθε μέλους διαρκεί μόλις δύο χρόνια, ενώ στη Γερουσία έξι χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι αφενός κάθε δύο χρόνια τίθενται σε εκλογή και οι 435 έδρες στη Βουλή, ανεξάρτητα από το αν πραγματοποιούνται ταυτόχρονα προεδρικές εκλογές, αφετέρου κάθε έξι χρόνια εκλέγονται Γερουσιαστές.
Έτι περαιτέρω, μολονότι στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2026 οι Αμερικανοί θα εκλέξουν εκ νέου ολόκληρη τη Βουλή, μολαταύτα στη Γερουσία το σύστημα είναι διαφορετικό: δεν εκλέγονται και οι 100 ταυτόχρονα, αλλά κάθε δύο χρόνια δοκιμάζεται περίπου το 1/3, ώστε τελικά στην εξαετία να έχει ανανεωθεί πλήρως το Σώμα τους. Στις εκλογές του 2026 κρίνονται 35 έδρες, 33 έδρες class II ( το “δεύτερο τρίτο του Σώματος) και 2 ειδικές (αφορούν σε ειδικές εκλογές για την κάλυψη κενών εδρών).
Η διαφορετική διάρκεια των θητειών δημιουργεί ένα ιδιαίτερο σύστημα πολιτικών ισορροπιών. Ένας πρόεδρος μπορεί να εκλεγεί (εξαρχής) έχοντας το κόμμα του πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου και μόλις δύο χρόνια αργότερα να χάσει τη Βουλή, τη Γερουσία ή και τις δύο. Ο ίδιος παραμένει κανονικά πρόεδρος μέχρι τη λήξη της τετραετούς θητείας του, όμως η δυνατότητά του να νομοθετεί μπορεί να περιοριστεί δραστικά.
Και αυτό συμβαίνει επειδή στις ΗΠΑ ο πρόεδρος δεν μπορεί απλώς να αποφασίσει έναν νέο νόμο. Κατά κανόνα, ένα νομοσχέδιο πρέπει να εγκριθεί με την ίδια μορφή τόσο από τη Βουλή όσο και από τη Γερουσία και στη συνέχεια να φτάσει στον πρόεδρο για υπογραφή. Εάν λοιπόν η αντιπολίτευση ελέγχει έστω και ένα από τα δύο σώματα, μπορεί να εμποδίσει σημαντικό μέρος της προεδρικής νομοθετικής ατζέντας.
Αυτή ακριβώς είναι η σημασία των midterms του 2026 για τον Ντόναλντ Τραμπ. Δεν κρίνεται η προεδρία του, κρίνεται σε μεγάλο βαθμό πόσο εύκολα θα μπορεί να κυβερνήσει νομοθετικά κατά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του.
Το θετικό σενάριο για τον Τραμπ
Σήμερα ο Τραμπ κυβερνά έχοντας το σημαντικό πλεονέκτημα του ενιαίου κομματικού ελέγχου της Ουάσιγκτον.
Οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν τόσο τη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και τη Γερουσία, ενώ φυσικά κατέχουν και τον Λευκό Οίκο.
Από τη μία, στη Γερουσία διαθέτουν 53 από τις 100 έδρες, έναντι 45 των Δημοκρατικών και δύο ανεξάρτητων γερουσιαστών που συντάσσονται μαζί τους.
Από την άλλη, στη Βουλή, η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών είναι πολύ πιο οριακή, γεγονός που εξηγεί γιατί η μάχη για τον έλεγχό της θεωρείται τόσο κρίσιμη στις εκλογές του Νοεμβρίου.
Το καλύτερο αποτέλεσμα για τον Λευκό Οίκο θα ήταν επομένως η διατήρηση της σημερινής κατάστασης, με τους Ρεπουμπλικανούς να κρατούν τον έλεγχο τόσο της Βουλής όσο και της Γερουσίας. Σε αυτή την περίπτωση ο Τραμπ θα εισέλθει στα τελευταία δύο χρόνια της θητείας του χωρίς μια θεμελιώδη αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στο Κογκρέσο και με σημαντικά μεγαλύτερη δυνατότητα να προωθήσει φορολογικές, δημοσιονομικές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις.
Για τις αγορές, το βασικό πλεονέκτημα αυτού του σεναρίου είναι η συνέχεια και η προβλεψιμότητα της οικονομικής πολιτικής. Η Wall Street έχει ήδη προσαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό στις βασικές κατευθύνσεις της κυβέρνησης Τραμπ. Η διατήρηση του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς θα περιόριζε επομένως τον κίνδυνο πολιτικής παράλυσης και θα επέτρεπε στον Λευκό Οίκο να συνεχίσει την οικονομική του ατζέντα με λιγότερα θεσμικά εμπόδια.
Το θετικό αυτό σενάριο δεν στερείται κινδύνων. Μεγαλύτερη δυνατότητα για φορολογικές ελαφρύνσεις και δημοσιονομική επέκταση μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερα ελλείμματα, αυξημένες εκδόσεις κρατικών ομολόγων και εντονότερες πληθωριστικές πιέσεις. Εάν οι αγορές θεωρήσουν ότι η δημοσιονομική πολιτική γίνεται υπερβολικά επεκτατική, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων θα μπορούσαν να κινηθούν υψηλότερα, ασκώντας πίεση στις υψηλές αποτιμήσεις των μετοχών.
Το αρνητικό σενάριο
Για τον Τραμπ, το πρώτο αρνητικό σενάριο είναι η απώλεια της Βουλής. Το πολύ δυσμενέστερο είναι ένα Δημοκρατικό Κογκρέσο, δηλαδή οι Δημοκρατικοί να αποκτήσουν τον έλεγχο τόσο της Βουλής όσο και της Γερουσίας, που με τα δεδομένα έχει χαμηλές πιθανότητες.
Η παράταξη των Δημοκρατικών έχει ενισχυθεί. Πρόσφατα μοντέλα εκλογικών προβλέψεων θεωρούν πλέον τη Βουλή ιδιαίτερα ανταγωνιστική, ενώ ορισμένα δίνουν στους Δημοκρατικούς σαφές προβάδισμα. Η Γερουσία παραμένει δυσκολότερη μάχη, αλλά και εκεί η εικόνα έχει γίνει περισσότερο ανταγωνιστική.
Η οικονομία αποτελεί κεντρικό ζήτημα των εκλογών. Παράλληλα, οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν, οι τιμές της ενέργειας και ο πληθωρισμός έχουν επιβαρύνει το πολιτικό περιβάλλον για την κυβέρνηση.
Μια Δημοκρατική Βουλή θα μπορούσε να μπλοκάρει μεγάλο μέρος των νέων νομοθετικών πρωτοβουλιών του Τραμπ. Επιπλέον, οι Δημοκρατικοί θα αποκτούσαν τον έλεγχο των επιτροπών της Βουλής, αυξάνοντας σημαντικά τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.
Εάν κερδίσουν και τη Γερουσία, ο Τραμπ θα αντιμετωπίσει ουσιαστικά divided government για τα τελευταία δύο χρόνια της θητείας του. Θα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες και δικαίωμα βέτο, όμως η δυνατότητα εφαρμογής μιας μεγάλης νέας νομοθετικής ατζέντας θα περιοριστεί δραστικά.
Τι φοβάται η Wall Street
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ιστορία δεν δείχνει πως μια ήττα του κυβερνώντος κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές οδηγεί αυτομάτως σε πτώση των μετοχών.
Στοιχεία των τελευταίων 90 ετών έδειξαν ότι ο S&P 500 έχει καταγράψει κατά μέσο όρο ετήσια απόδοση 9,4% όταν υπάρχει Ρεπουμπλικανός πρόεδρος και διαιρεμένο Κογκρέσο, και ότι η ανάπτυξη, τα εταιρικά κέρδη, τα επιτόκια και ο ελεγχόμενος πληθωρισμός ς έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία για τις μελλοντικές αποδόσεις από το ποιο κόμμα ελέγχει το Κογκρέσο.
Άρα το πραγματικά αρνητικό σενάριο για τις αγορές δεν είναι απλώς «κερδίζουν οι Δημοκρατικοί».
Είναι μια Δημοκρατική επικράτηση που συμπίπτει με επιδείνωση των οικονομικών θεμελιωδών μεγεθών.
Εάν οι επενδυτές αρχίσουν ταυτόχρονα να τιμολογούν πολιτική παράλυση στην Ουάσιγκτον, επίμονο πληθωρισμό, υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων και ασθενέστερη ανάπτυξη, τότε το αποτέλεσμα των εκλογών μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια ευρύτερη διόρθωση.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι μετοχές ανάπτυξης και τεχνολογίας θα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτες σε άνοδο των πραγματικών αποδόσεων. Οι μικρότερες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να πιεστούν από την αυξημένη πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα, ενώ οι τράπεζες θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τον συνδυασμό υψηλών επιτοκίων και χαμηλότερων προσδοκιών ανάπτυξης. Αντίθετα, αμυντικοί κλάδοι και ασφαλή καταφύγια θα μπορούσαν να προσελκύσουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Η μεγαλύτερη απειλή για τη Wall Street θα ήταν οι εκλογές να μετατραπούν στον πολιτικό καταλύτη μιας διόρθωσης που τα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη έχουν ήδη αρχίσει να προετοιμάζουν.
Αν αντίθετα η ανάπτυξη παραμείνει ανθεκτική, τα εταιρικά κέρδη συνεχίσουν να αυξάνονται και οι αποδόσεις των ομολόγων σταθεροποιηθούν, ακόμη και ένα διαιρεμένο Κογκρέσο μπορεί τελικά να αποδειχθεί σχεδόν αδιάφορο για τις αγορές από όσο υποδηλώνει η πολιτική ένταση της προεκλογικής περιόδου. Οίκοθεν νοείται, ότι η βραχυπρόθεσμη (αρνητική, μάλλον) μεταβλητότητα σε ένα “επιβαρυντικό” σενάριο ίσως δώσει ευκαιρίες επανατοποθέτησης, ανάλογα και τις εκείθεν συνθήκες.







































