Μέχρι τώρα η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας έχει επιλέξει μια πολύ συγκεκριμένη τακτική για να απαντήσει στις δικαιολογημένες επικρίσεις που δέχεται για τα προβλήματα που έχουν προκύψει με τη διαχείριση των φετινών δασικών πυρκαγιών.
Από τη μια, «για όλα φταίει η κλιματική αλλαγή». Σε μια παραλλαγή του διαβόητου «στρατηγού ανέμου» που είχε κάποτε επικαλεστεί ο Βύρων Πολύδωρας, τώρα όλα αποδίδονται στην κλιματική αλλαγή που οδηγεί σε φαινόμενα που «υπερβαίνουν κάθε σχεδιασμό».
Από την άλλη, «δεν κάηκαν τόσα στρέμματα όσα στον Έβρο και δεν κάηκαν τόσοι όσοι στο Μάτι». Εδώ έχουμε μια μακάβρια μπακαλική που θεωρεί ότι μπορεί να πείσει για την… αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού με το να υπογραμμίζει ότι οι φετινές καταστροφές δεν είναι τόσο μεγάλες, ως εάν να υπάρχει κάπου μία κλίμακα «ανεκτών» καταστροφών και θυμάτων.
Όλα αυτά βεβαίως δύσκολα μπορούν να συγκαλύψουν το ουσιώδες. Και αυτό είναι ότι ανεξαρτήτως τέτοιων αποπειρών και μακάβριων συμψηφισμών, αυτό που βλέπουμε στις φετινές πυρκαγιές είναι ακριβώς η διάλυση του κράτους στην οποία επίμονα και μεθοδικά επιδίδεται μια κυβέρνηση που θεωρεί ότι βασική δουλειά του δημοσίου δεν είναι να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά να είναι μια διαρκής πλατφόρμα διαγωνισμών για προμήθειες έργων, υπηρεσιών και εξοπλισμού από επιχειρήσεις – κατά προτίμηση διατεθειμένες να δείξουν εν συνεχεία «ευγνωμοσύνη» προς την κυβέρνηση.
Πάρτε για παράδειγμα αυτά που αποκαλύπτονται για το έργα που εντάσσονται στο πρόγραμμα Antinero, που έχει παρουσιαστεί ως η μεγάλη επένδυση στην πυροπροστασία. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ναι μεν το πρόγραμμα έχει αποτελεσματικότητα, όμως προφανώς από μόνο του ούτε εξαφανίζει τις φωτιές ούτε τις σβήνει. Και εδώ είναι που βλέπουμε αυτό που μόνο ως διάλυση του κράτους ως προς την πραγματικά αναγκαία επιτελική διάστασή του μπορεί να περιγραφεί: κάνουμε έργα Antinero αλλά δεν αναπροσαρμόζουμε ούτε την τακτική, ούτε την εκπαίδευση, ούτε τη στελέχωση της Πυροσβεστικής υπηρεσίας στα έργα αυτά. Έχουμε καλύτερη αντιπυρική υποδομή, αλλά όχι στρατηγική επιτήρησης και καταστολής που να μπορεί να την αξιοποιήσει.
Δείτε έπειτα αυτό που διαπιστώσαμε φέτος σε διάφορες πυρκαγιές, ξεκινώντας από τη μεγάλη πυρκαγιά στη Βοιωτία και τη Δυτική Αττική. Υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα και με το ηλεκτρικό δίκτυο και την εξασφάλιση ότι τηρούνται όλες οι προδιαγραφές ασφαλείας για τη διέλευση των ηλεκτρικών γραμμών μέσα από δασικές περιοχές, ιδίως σε σχέση με τη σύνδεση ανάμεσα σε αιολικά πάρκα και το κυρίως δίκτυο. Ο καθένας μπορεί να υποθέσει ότι όταν κατατέθηκαν οι σχετικές μελέτες όλα έδειχναν ΟΚ και ότι θα υπήρχαν σαφείς προδιαγραφές. Όμως, η δουλειά του κράτους δεν είναι απλώς να θέτει προδιαγραφές, αλλά και να ελέγχει ότι τηρούνται κιόλας. Έγινε αυτό; Όταν είχαμε τα πρώτα σχετικά παραδείγματα δόθηκε μια εντολή να ελεγχθούν σχετικές υποδομές; Έστω, τώρα που υπάρχει και σχετική εισαγγελική παραγγελία θα γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι; Και αυτοί χρειάζονται επιπλέον προσωπικό και πόρους θα εξασφαλιστούν όλα αυτά εγκαίρως;
Και βέβαια ισχύει το γενικότερο ζήτημα. Τώρα που είναι σε εξέλιξη οι πυρκαγιές και δίνεται η μάχη για την κατάσβεσή τους, με ηρωικό αναμφισβήτητα τρόπο, μια μάχη που είναι ταυτόχρονα και μια διαδικασία μάθησης για τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται και τις νέες δυσκολίες που προκύπτουν, υπάρχει ένας μηχανισμός που συγκεντρώνει όλη τη γνώση και τα διδάγματα, ώστε αυτά να ενσωματωθούν όντως στον σχεδιασμό της επόμενης χρονιάς; Ή μήπως και του χρόνου θα έχουμε πάλι την ίδια επανάληψη του φαύλου κύκλου «δηλώσεις ότι αυτή τη φορά είμαστε πανέτοιμοι – μεγάλες καταστροφές – δηλώσεις ότι οι συνθήκες ήταν πέρα από κάθε σχεδιασμό»;
Και αυτό μας φέρνει στο συνολικότερο πρόβλημα. Και αυτό δεν είναι άλλο από τη συστηματική υπονόμευση της ικανότητας του κράτους να κάνει τη δουλειά του. Δηλαδή, να μπορεί να χαράσσει πολιτική, να εξασφαλίζει ότι αυτή θα εφαρμοστεί και να ελέγχει ότι όντως εφαρμόστηκε. Γιατί είναι σαφές ότι το μοντέλο που λέει ότι όλα μπορούν να τα κάνουν οι ιδιώτες δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη, γιατί ούτε όλα μπορούν να τα κάνουν, ούτε μπορούν να έχουν τον συνδυασμό ανάμεσα σε σχεδιαστικό και ελεγκτικό ρόλο – και άμα χρειαστεί και διωκτικό – που μπορεί να έχει το κράτος. Ούτε μπορεί αυτός ο ρόλος να υποκατασταθεί από την ύπαρξη απλώς «αυστηρών προδιαγραφών» και ευθύνης μετά του ιδιώτη, γιατί το ζήτημα είναι να αποφύγουμε την καταστροφή, όχι να μπορούμε απλώς να ασκήσουμε διώξεις κατόπιν καταστροφής. Και βέβαια κάποιες υπηρεσίες εκ των πραγμάτων είναι καθαρό κόστος και δεν μπορούν να είναι προσοδοφόρες. Καθαρό κόστος προστασίας, πρόληψης και ασφάλειας. Σε τελική ανάλυση αυτό είναι το «κοινωνικό συμβόλαιο» που διέπει π.χ. το γεγονός ότι φορολογούμαστε (και καλά κάνουμε).
Όμως, φοβάμαι ότι όλα αυτά δεν είναι ακριβώς αυτονόητα για την τρέχουσα διακυβέρνηση. Και με αυτό δεν αναφέρομαι απλώς στο ότι είναι μια κυβέρνηση που θέλει να κάνει ιδιωτικοποιήσεις. Σε τελική ανάλυση, μπορεί ένα κράτος να ιδιωτικοποιεί κάποιες λειτουργίες ή υπηρεσίες και ταυτόχρονα να διατηρεί και τον επιτελικό και τον ελεγκτικό και τον διωκτικό του ρόλο. Κυρίως αναφέρομαι στο ότι αυτή η κυβέρνηση πρωτίστως είδε το κράτος ως ένα μοχλό για να γίνουν «δουλειές». Δηλαδή, δεν είναι μια κυβέρνηση που κάθισε και έκανε πρώτα έναν σχεδιασμό για το ποιες ανάγκες υπάρχουν, ποια έργα πρέπει να γίνουν, ποιες υποδομές πρέπει να αναβαθμιστούν, με βάση πραγματικές ιεραρχήσεις. Αντιθέτως, σε πάρα πολλές όψεις της λειτουργίας της είναι μια κυβέρνηση που πρώτα είδε ποια συμφέροντα πρέπει να εξυπηρετήσει, ποιους επενδυτές να ικανοποιήσει, ποιους προμηθευτές να προκρίνει, ποια πρότζεκτ της πρότειναν «παράγοντες της αγοράς» και μετά έκανε κρατικό σχεδιασμό, κατευθύνοντας ανάλογα την κρατική και ευρωπαϊκή δαπάνη.
Προφανώς, όταν κανείς κοιτάξει τους γενικούς άξονες και τις κεντρικές εξαγγελίες δεν θα διαφωνήσει. Όλα είναι εκεί: η πράσινη μετάβαση, η προστασία του περιβάλλοντος, ο ψηφιακός μετασχηματισμός, οι υποδομές, η ανθεκτικότητα, η αναβάθμιση δεξιοτήτων, η στήριξη του συστήματος υγείας κ.λπ.
Όμως, όταν αρχίζει και κοιτάζει πιο συγκεκριμένα τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα. Θα δει έργα όντως αναγκαία, αλλά θα δει και έργα που δεν ήταν ακριβώς πρώτης προτεραιότητας ή θα δει να προκρίνονται εταιρείες συμβούλων ή προμηθευτές που μέχρι προχτές δεν τους ήξερε κανείς. Θα δει υπερκοστολογήσεις, θα δει έργα συχνά ασύνδετα μεταξύ τους, θα δει απουσία συντονισμού εκεί όπου το κλειδί είναι ο συντονισμός (και οι δασικές πυρκαγιές είναι ένα τέτοιο παράδειγμα), θα δει να μην ολοκληρώνονται σημαντικά έργα, ενώ προχωρούν άλλα. Η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης που τώρα ολοκληρώνεται είναι πολύ διδακτική ως προς ακριβώς αυτά τα προβλήματα.
Και εδώ είναι το πρόβλημα με την κυβερνητική μεθοδολογία: γιατί όταν απουσιάζει το σχέδιο, όταν απουσιάζει η πραγματική έγνοια για την αντιμετώπιση προβλημάτων, αλλά περισσεύει η διάθεση να «πέσει χρήμα στην αγορά» (και κατά προτίμηση ένα μέρος να φτάσει και «σε δικούς μας ανθρώπους»), η επικοινωνιακή λογική του να φανεί ότι έγιναν έργα και εγκαίνια, όταν το κράτος είναι πρωτίστως για να «μοιράσει δουλειές» αλλά όχι για να ελέγξει ότι όλα αυτά στο τέλος λειτουργούν κιόλας, τότε απλώς θα συνεχίσουμε να έχουμε προβλήματα και οι πολίτες να νιώθουν, επί της ουσίας, ανυπεράσπιστοι, σε πείσμα όλων των εξαγγελιών ότι «φέτος είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι παρά ποτέ».
Όλα αυτά δείχνουν γιατί αυτό που χρειάζεται η χώρα δεν είναι απλώς μια καλύτερη διαχείριση του κράτους όπως είναι σήμερα, αλλά μια πραγματική επανίδρυσή του, ένα κανονικό reboot, ώστε να καταστεί δυνατή η αποκατάσταση της λειτουργίας του και η ικανότητά του να είναι το κέντρο της χάραξης και εφαρμογής πολιτικών με κριτήριο την κοινωνία και τις ανάγκες της.

















![Τεκμήρια: Τι πρέπει να γνωρίζετε για την ανέγερση οικοδομών [Μέρος Γ’]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/ot_akinhta_metavivaseis-1024x600-1.png)





















