Όταν έμαθε ότι ο Έλβις Πρίσλεϊ ενδιαφερόταν να επανεκτελέσει τη μεγάλη της επιτυχία του 1974, «I Will Always Love You», η Ντόλι Πάρτον αρχικά ενθουσιάστηκε. «Δεν υπήρχε κανένας με τον οποίο να ταυτίζομαι περισσότερο» από τον Έλβις, είχε δηλώσει κάποτε στο Playboy.
Μετά ανακάλυψε ότι ο σταρ απαιτούσε το μισό μερίδιο από τα κέρδη των δικαιωμάτων για να ηχογραφήσει το κομμάτι της.
«Σε αυτή την περίπτωση, δεν νομίζω ότι ο Έλβις πρόκειται να ηχογραφήσει το “I Will Always Love You”», διηγήθηκε η Πάρτον στο περιοδικό «Out» το 1997. «Όλοι μού έλεγαν: “Έχεις χάσει τελείως τα λογικά σου”».
Η Πάρτον, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 80 ετών την Τρίτη μετά από μάχη με τον καρκίνο, κατέγραψε περισσότερα από 100 κομμάτια στα charts της κάντρι και πούλησε σχεδόν 30 εκατομμύρια άλμπουμ και singles στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την RIAA (Recording Industry Association of America).
Παράλληλα, υπήρξε μια δεινή επιχειρηματίας στη μουσική βιομηχανία. Το περιστατικό με τον Έλβις δεν ήταν μια μεμονωμένη εξαίρεση: Η ίδια ήταν ανένδοτη όσον αφορά τη διατήρηση της ιδιοκτησίας των πνευματικών δικαιωμάτων των τραγουδιών της, σε μια εποχή που πολλοί καλλιτέχνες τα παραχωρούσαν υπογράφοντας συμβόλαια.
Ήταν μάλιστα ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες του Νάσβιλ που οραματίστηκαν και στη συνέχεια υλοποίησαν τη μετάβαση στην ποπ μουσική.

Οι πολλές πλευρές της Ντόλι Πάρτον
Η Πάρτον δεν έμεινε μόνο στα «όρια» της μουσικής βιομηχανίας: Πρωταγωνίστησε σε ταινίες, επένδυσε σε ακίνητα, έγραψε παιδικά βιβλία, πούλησε μείγματα για κέικ, τζιν παντελόνια και παιχνίδια για σκύλους.
Το Dollywood, το θεματικό πάρκο που ίδρυσε το 1986, αποτέλεσε μια οικονομική «ατμομηχανή» που δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας στο ανατολικό τμήμα του Τενεσί, κοντά στην περιοχή όπου μεγάλωσε. Πέρυσι, το Forbes αποτίμησε τον κατάλογο της Πάρτον στα 120 εκατομμύρια δολάρια και εκτίμησε ότι η συνολική της περιουσία ανερχόταν σε 450 εκατομμύρια δολάρια, αναφέρει η Wall Street Journal.
«Οραματιζόταν πράγματα και μετά έπρεπε εμείς να βρούμε τον τρόπο να τα κάνουμε πραγματικότητα, ακριβώς όπως τα είχε ονειρευτεί», δήλωσε ο Τεντ Μίλερ, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος της Dolly Parton Productions (της εταιρείας που επέβλεπε πολλά από τα επιχειρηματικά της εγχειρήματα) μέχρι τη συνταξιοδότησή του πέρυσι.
Έπειτα, η ίδια χάρισε μεγάλο μέρος του πλούτου της. Το πρόγραμμά της «Imagination Library» αναφέρει ότι έχει προσφέρει περισσότερα από 330 εκατομμύρια βιβλία σε παιδιά μέχρι σήμερα, ενώ η ίδια δώρισε 1 εκατομμύριο δολάρια στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Vanderbilt το 2020, όταν αυτό συνεργαζόταν με τη Moderna για την ανάπτυξη του εμβολίου κατά του Covid. Ο φιλανθρωπικός οργανισμός της τραγουδίστριας, «The Dollywood Foundation», ανέφερε συνολικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 142 εκατομμυρίων δολαρίων για το 2025.
Από το ντεμπούτο και την πρώτη εταιρεία…
Το μεγάλο ντεμπούτο της Πάρτον έγινε το 1967, όταν το καυστικό της κομμάτι με τίτλο «Dumb Blonde» σημείωσε επιτυχία και της εξασφάλισε μία θέση δίπλα στον σταρ της κάντρι, Πόρτερ Γουάγκονερ.
Οι τακτικές της εμφανίσεις στην τηλεοπτική του εκπομπή την εισήγαγαν σε ένα κοινό εκατομμυρίων τηλεθεατών και το δίδυμο κυκλοφόρησε μια σειρά από δημοφιλή άλμπουμ με ντουέτα.
Ωστόσο, «ο Πόρτερ ήταν πολύ πεισματάρης και απόλυτος στις απόψεις του», δήλωσε η Πάρτον το 2002. «Έπρεπε να προσπαθήσω πάρα πολύ για να περάσω τις ιδέες μου… Απλώς δεν ξεδίπλωνα όλα όσα ήξερα ότι μπορούσα να είμαι».
Μάλιστα, στο βιβλίο της «Dolly Parton, Songteller» η ίδια έγραψε: «Γνώριζα από νωρίς ότι ήθελα να έχω τη δική μου εταιρεία και να εκδίδω η ίδια τα τραγούδια μου».
Το ίδιο έτος και προτού καν σημειώσει κάποια επιτυχία στο top 10, ίδρυσε τελικά αυτή την εταιρεία μαζί με τον θείο της, Μπιλ Όουενς.
«Αυτή ήταν μια κίνηση στρατηγικής σημασίας, καθώς έδωσε στην ίδια (και στον Μπιλ) τον έλεγχο των πνευματικών δικαιωμάτων του υλικού που έγραψε από το 1967 και μετά», εξήγησε ο Στίβεν Μίλερ στο βιβλίο «Smart Blonde: The Life of Dolly Parton».
…στην κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων
Αλλά δεν διέθετε κάθε καλλιτέχνης αυτό το επίπεδο προνοητικότητας, ειδικά τη δεκαετία του 1960. Για παράδειγμα, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ υπέγραψε μια συμφωνία για τα δικαιώματα των τραγουδιών του στους Beatles, για την οποία θα μετάνιωνε για δεκαετίες.
«Ο Τζον [Λένον] και εγώ δεν γνωρίζαμε ότι μπορείς να έχεις την ιδιοκτησία των τραγουδιών», ανέφερε κάποτε ο μπασίστας του συγκροτήματος. Οι Rolling Stones είχαν παρόμοια μοίρα: Ο Κιθ Ρίτσαρντς και ο Μικ Τζάγκερ έχασαν τα δικαιώματα του πρώιμου υλικού τους.
Η στρατηγική απόφαση της Πάρτον πιθανότατα βοηθήθηκε από το γεγονός ότι η καριέρα της ξεκίνησε αργά — εργάστηκε ως συνθέτης για αρκετά χρόνια, αποκτώντας μια πρακτική εκπαίδευση γύρω από τις μουσικές επιχειρήσεις, προτού τραβήξει την προσοχή ως ερμηνεύτρια.
Επιπλέον, η μουσική βιομηχανία του Νάσβιλ ήταν ήδη εδραιωμένη και εξυμνούσε τον επαγγελματία τραγουδοποιό ως βασικό «γρανάζι» μιας καλοκουρδισμένης μηχανής. Αντίθετα, το ροκ εν ρολ ήταν ένα νεοσύστατο, αναπτυσσόμενο είδος.
Μιλώντας με τον Άντι Γουόρχολ το 1984 για το περιοδικό «Interview», η Πάρτον δήλωσε ότι ο έλεγχος των πνευματικών της δικαιωμάτων ήταν το επίτευγμα για το οποίο ένιωθε πιο περήφανη.
Ήδη από εκείνη την εποχή, πρόσθεσε, δεν «χρειαζόταν να δουλεύει», ακριβώς χάρη στη σταθερή ροή των δικαιωμάτων δημιουργού.
Γιατί η Ντόλι Πάρτον στράφηκε στην ποπ
Αυτή η ροή μετατράπηκε σε… «χείμαρρο» οκτώ χρόνια αργότερα, όταν η Γουίτνεϊ Χιούστον επανεκτέλεσε το «I Will Always Love You», το ίδιο ακριβώς τραγούδι που είχε ποθήσει ο Έλβις.
Το single έχει πουλήσει πάνω από 11 εκατομμύρια αντίτυπα στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την RIAA. Το τραγούδι εκτόξευσε επίσης τις πωλήσεις του soundtrack της ταινίας «Ο Σωματοφύλακας» –στην οποία η Χιούστον πρωταγωνίστησε στο πλευρό του Κέβιν Κόστνερ– ξεπερνώντας τα 19 εκατομμύρια αντίτυπα. Ως η μοναδική δημιουργός του «I Will Always Love You», η Πάρτον εισέπραξε ένα αστρονομικό ποσό σε δικαιώματα.
Ακόμη στη δεκαετία του 1970 η ίδια είχε πλήρη επίγνωση ότι οι ποπ επιτυχίες, όπως αυτή της Χιούστον, είχε πολύ μεγαλύτερο εμπορικό εκτόπισμα από τις κάντρι επιτυχίες που σημείωνε η ίδια.
«Για μένα ήταν απλή αριθμητική», εξήγησε στην αυτοβιογραφία της. «Το “Jolene” είχε γίνει νούμερο ένα κομμάτι στην αγορά της κάντρι και είχε πουλήσει μόνο εξήντα χιλιάδες δίσκους. Μια επιτυχία στα ποπ charts μπορούσε να πουλήσει εκατομμύρια… Το παν ήταν να χτίσεις ένα μεγαλύτερο κοινό».
Και άλλοι τραγουδιστές της κάντρι είχαν γνωρίσει επιτυχία crossover, συμπεριλαμβανομένων των Πάτσι Κλάιν και Γκλεν Κάμπελ. Όμως η Πάρτον ξεκίνησε συνειδητά να μεταμορφωθεί σε ποπ σταρ. Προσέλαβε έναν μάνατζερ με έδρα το Λος Άντζελες και ηχογράφησε ένα single που έγραψαν οι Μπάρι Μαν και Σίνθια Γουάιλ, το ζευγάρι πίσω από ραδιοφωνικές επιτυχίες-«χρυσάφι», όπως το «You’ve Lost That Lovin’ Feelin’» των The Righteous Brothers.
Το 1977 κυκλοφόρησε το «Here You Come Again». Αυτή ήταν η πρώτη κυκλοφορία της Πάρτον που ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο πωλήσεις.
Αργότερα τα πήγε ακόμα καλύτερα με τις ποπ επιτυχίες «9 to 5» και «Islands in the Stream» με τον Κένι Ρότζερς, και τα δύο εκ των οποίων κατέκτησαν την κορυφή του Hot 100. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970, δήλωσε στο Playboy ότι κέρδιζε 15.000 έως 30.000 δολάρια τη βραδιά.
Νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες – Το Dollywood
Από τα μέσα του 1960 ως τις ποπ επιτυχίες των 80’s, η Πάρτον είχε διανύσει πολύ δρόμο. Η ίδια θυμόταν τον Γουάγκονερ να της πληρώνει 60.000 δολάρια τον χρόνο όταν ξεκίνησε.
Το 1980, η Πάρτον ακολούθησε τα βήματα του Έλβις και κατευθύνθηκε στο Λας Βέγκας. Υπέγραψε ένα τριετές συμβόλαιο εμφανίσεων που «διασφάλιζε κέρδη-ρεκόρ», σύμφωνα με τον Μίλερ.
«Οι εκτιμήσεις κυμαίνονταν μεταξύ έξι και εννέα εκατομμυρίων δολαρίων για το συνολικό πακέτο, πράγμα που σήμαινε ότι η Ντόλι έβγαζε τουλάχιστον 350.000 δολάρια την εβδομάδα». Όπως το έθεσε η ίδια στο Playboy: «Γιατί να δουλεύω για εκατοντάδες και χιλιάδες, όταν μπορώ να δουλεύω για εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια;»
Αυτή η νοοτροπία την οδήγησε να αναζητήσει επικερδείς ευκαιρίες και εκτός μουσικής. «Βγάζω περισσότερα χρήματα από τις παράλληλες επενδύσεις μου, όπως τα γεωργικά μηχανήματα και τα κέντρα κηπουρικής, παρά από τα ποσοστά των δίσκων μου», δήλωσε το 1984.
Δύο χρόνια αργότερα, η σταρ άνοιξε το Dollywood, ένα θεματικό πάρκο στο Pigeon Forge του Τενεσί, περίπου 10 μίλια από εκεί όπου μεγάλωσε ως ένα από τα 12 παιδιά μιας οικογένειας, δουλεύοντας σε αγρόκτημα από την παιδική της ηλικία μαζί με τα αδέλφια της.
«Αυτό είναι ένα από τα όνειρα της ζωής μου: Να μπορέσω να επιστρέψω στην πατρίδα μου για να κάνω κάτι σπουδαίο για αυτό το μέρος της χώρας», εξήγησε στο «Interview» το 1989.
Εκείνη την εποχή, σημείωσε με περηφάνια ότι είχε δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας στην περιοχή. Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε από την κυβέρνηση του Τενεσί το 2021 προσδιόρισε τον αριθμό αυτό στις 23.000, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το Dollywood είχε ετήσιο οικονομικό αποτύπωμα ύψους 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με την Wall Street Journal.
Προηγούμένως η τοποθεσία του Dollywood ήταν ένα θεματικό πάρκο γνωστό ως Silver Dollar City, όπου εργαζόταν ο Μίλερ.
«Το όραμά της για τα πράγματα ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που είχαμε συνηθίσει», είπε ο ίδιος. «Λειτουργούσαμε ένα θεματικό πάρκο που προσέλκυε περίπου 700.000 με 750.000 επισκέπτες τον χρόνο. Κατά τον πρώτο χρόνο υπό το δικό της brand, καταφέραμε σχεδόν να διπλασιάσουμε την προσέλευση, και έτσι η διαχείριση του πλήθους και της χωρητικότητας αποτέλεσε μια πρόκληση. Έτσι, ξεκινήσαμε αμέσως ένα σχέδιο ανάπλασης».
Προσφορά στην κοινότητα
Το πάρκο οδήγησε, με τη σειρά του, στην ίδρυση του Dollywood Foundation, το οποίο αρχικά επικεντρώθηκε στη βελτίωση της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης στην κομητεία Σεβίερ του Τενεσί. Για την καταπολέμηση των υψηλών ποσοστών διακοπής του σχολείου, το Ίδρυμα επινόησε ένα «πρόγραμμα φίλων», το οποίο παρείχε κίνητρα στα παιδιά να παραμείνουν στο σχολείο, πληρώνοντας σε ζευγάρια μαθητών από 500 δολάρια στον καθένα εάν αποφοιτούσαν.
Το 1995, το Ίδρυμα ξεκίνησε το πρόγραμμα «Imagination Library» με σκοπό να εφοδιάζει δωρεάν με βιβλία σε μηνιαία βάση παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε ετών. Ένα αφιέρωμα του 1999 στο περιοδικό No Depression με τίτλο «Η εξυπνότερη εργαζόμενη γυναίκα στη βιομηχανία του θεάματος» σημείωνε ότι το πρόγραμμα είχε 2.500 συμμετέχοντες. Σύντομα επεκτάθηκε σε ολόκληρο το Τενεσί και, τελικά, εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, σημειώνει η WSJ.
Μέχρι το 2021, το «Imagination Library» είχε διανείμει τουλάχιστον 150 εκατ. βιβλία. Νωρίτερα φέτος, η Σουίφτ και ο Τράβις Κέλσι δώρισαν 2 εκατομμύρια δολάρια σε αυτή την προσπάθεια.
Η Πάρτον συχνά παρενέβαινε αμέσως όταν ένιωθε ότι οι άνθρωποι στο Τενεσί υπέφεραν. Το 2016, το Dollywood Foundation προσέφερε περισσότερα από 12 εκατομμύρια δολάρια σε οικογένειες που εκτοπίστηκαν από τις δασικές πυρκαγιές στο Smokey Mountain. Περίπου τέσσερα χρόνια αργότερα, ανακοίνωσε τη δωρεά της στο Vanderbilt για να βοηθήσει στη χρηματοδότηση της έρευνας για το εμβόλιο κατά του Covid.
Ο Πρόεδρος της Moderna, Stephen Hoge, σε δήλωσή του, επαίνεσε τη «γενναιοδωρία, την αισιοδοξία και την πίστη της Πάρτον στην επιστήμη, στοιχεία που έκαναν τη διαφορά σε μια στιγμή που ο κόσμος το είχε περισσότερο ανάγκη».
Με χιούμορ στις αναποδιές
Υπήρξαν, φυσικά, και ορισμένες αναποδιές, καθώς η Πάρτον έχτιζε τις ποικίλες επιχειρήσεις της.
Για να απεμπλακεί νομικά από τον Γουάγκονερ, αναγκάστηκε να πληρώσει έναν επταψήφιο δικαστικό συμβιβασμό. Η ταινία της «Rhinestone» το 1984, μια ρομαντική κομεντί με τον Σιλβέστερ Σταλόνε, απέτυχε παταγωδώς στο box offic.
Το βιβλίο «Smart Blonde: The Life of Dolly Parton» υπογραμμίζει το διετές συμβόλαιο ύψους 44 εκατομμυρίων δολαρίων που της προσέφερε το δίκτυο ABC για να παρουσιάσει μια εκπομπή ποικίλης ύλης στη ζώνη υψηλής τηλεθέασης, μόνο και μόνο για να το ακυρώσει μετά από μία μόλις σεζόν.
Η ίδια έτεινε να αντιμετωπίζει την αποτυχία με ένα αστείο. Αξιολογώντας το «Rhinestone» στα απομνημονεύματά της, συμπερανε: «Φαντάζομαι ότι το κοινό δεν ήθελε να δει τον Σιλβέστερ Σταλόνε να κάνει κωμωδία. Ή ίσως δεν ήθελαν να δουν εμένα να “κάνω” τον Σιλβέστερ Σταλόνε».

































