Μια εντελώς διαφορετική εικόνα σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης διαμορφώνεται για το ελληνικό δημόσιο χρέος. Η Ελλάδα προχωρά σε μία από τις ταχύτερες μειώσεις του λόγου χρέους προς ΑΕΠ -λόγω και του υψηλού πληθωρισμού- στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αξιοποιώντας τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ένα επιθετικό πρόγραμμα πρόωρων αποπληρωμών.
Το 2026 ο ΟΔΔΗΧ δρομολογεί συνολικές αποπληρωμές χρέους ύψους περίπου 12,84 δισ. ευρώ. Σε αυτές περιλαμβάνονται η εξόφληση διμερών δανείων του πρώτου μνημονίου ύψους 6,94 δισ. ευρώ, η μείωση των εντόκων γραμματίων κατά 1,2 δισ. ευρώ, η πρόωρη αποπληρωμή δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ και η εξόφληση ομολογιακού δανείου περίπου 2,2 δισ. ευρώ.
Στόχος είναι να περιοριστούν οι μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες, να μειωθούν οι δαπάνες για τόκους και να ενισχυθεί περαιτέρω η αξιοπιστία της χώρας στις αγορές.
Δημόσιο χρέος: Η «προσπέραση» της Ιταλίας
Η πρώτη μεγάλη συμβολική αλλαγή αναμένεται στο τέλος του 2026. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει κοντά στο 136,8% του ΑΕΠ, από περίπου 146% το 2025. Αντίθετα, το χρέος της Ιταλίας εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί πάνω από το 138%.
Εφόσον οι προβλέψεις επιβεβαιωθούν, η Ελλάδα θα πάψει να έχει το υψηλότερο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το επόμενο ορόσημο είναι η υποχώρηση κάτω από το 120% το 2029, ενώ η πτώση κάτω από το ψυχολογικό όριο του 100% τοποθετείται στη διετία 2033–2034.
Παράλληλα, επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να εξοφλήσει έως το 2031 τα υπόλοιπα δάνεια του πρώτου προγράμματος στήριξης, τα οποία με βάση το αρχικό χρονοδιάγραμμα θα αποπληρώνονταν έως το 2041.
Το χρέος δεν εξαφανίστηκε
Η θεαματική μείωση του σχετικού δείκτη δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι το πρόβλημα έχει λυθεί. Ένα μέρος της αποκλιμάκωσης οφείλεται στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την οποία ενίσχυσε και ο πληθωρισμός. Την ίδια στιγμή, η εξυπηρέτηση του χρέους εξακολουθεί να απορροφά σημαντικούς δημόσιους πόρους.
Οι πληρωμές τόκων αντιστοιχούν περίπου στο 3,2% του ΑΕΠ, ποσοστό σχεδόν αντίστοιχο με τις αμυντικές δαπάνες της χώρας. Η Ελλάδα καταγράφει έτσι τη δεύτερη υψηλότερη επιβάρυνση από τόκους στην Ευρωζώνη, μετά την Ιταλία.
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα παραμένει η ευνοϊκή δομή του χρέους. Μεγάλος όγκος βρίσκεται στα χέρια των ευρωπαϊκών θεσμών, με χαμηλά επιτόκια και πολύ μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής. Στο τέλος του 2025, οι οφειλές προς τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς έφθαναν περίπου τα 220 δισ. ευρώ, με τις πληρωμές να εκτείνονται έως το 2070.
Ο οδικός χάρτης μέχρι το 100%
Μετά την Ιταλία, ο επόμενος μεγάλος στόχος είναι η μείωση του χρέους κάτω από το 120% του ΑΕΠ. Το συγκεκριμένο ορόσημο έχει τοποθετηθεί χρονικά στο 2029.
Ακολουθεί η πιο δύσκολη διαδρομή προς το 100%. Με βάση τις μακροπρόθεσμες προβολές, το ελληνικό χρέος μπορεί να υποχωρήσει κάτω από αυτό το επίπεδο το 2033 ή το 2034. Πρόκειται για έναν στόχο που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε εξαιρετικά μακρινός.
Η Scope έχει εκτιμήσει ότι το ελληνικό χρέος μπορεί να διαμορφωθεί κοντά στο 107% του ΑΕΠ το 2031, έναντι 135% στην Ιταλία, 127% στη Γαλλία και 120% στο Βέλγιο. Εφόσον αυτή η πορεία διατηρηθεί, η Ελλάδα δεν θα έχει απλώς απομακρυνθεί από την πρώτη θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης, αλλά θα έχει μειώσει αισθητά την απόστασή της από χώρες που μέχρι πρόσφατα διέθεταν σαφώς καλύτερη δημοσιονομική εικόνα.
Οι αναλύσεις βιωσιμότητας παραμένουν θετικές ακόμη και σε δυσμενή σενάρια, στα οποία η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη περιορίζεται μεταξύ 0,4% και 0,8%. Αυτό οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην ιδιαίτερη διάρθρωση του ελληνικού χρέους, στις μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής και στα σχετικά χαμηλά επιτόκια των επίσημων δανείων.
Το πλεονέκτημα
Το βασικό «μαξιλάρι» της Ελλάδας δεν βρίσκεται μόνο στην πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, αλλά και στα χαρακτηριστικά των δανειακών της υποχρεώσεων.
Πριν από την κρίση, περίπου το 84% του δημόσιου χρέους βρισκόταν στα χέρια ιδιωτών επενδυτών και μόλις το 16% στους επίσημους πιστωτές. Μετά τα προγράμματα διάσωσης και το PSI, η εικόνα ανατράπηκε. Το 2012, οι επίσημοι πιστωτές κατείχαν περίπου το 82% του χρέους.
Η μεταφορά μεγάλου μέρους των υποχρεώσεων στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης προσέφερε στην Ελλάδα μακροχρόνια δάνεια, χαμηλά επιτόκια και εκτεταμένες περιόδους αποπληρωμής. Αυτό επέτρεψε στη χώρα να διαχειριστεί ένα εξαιρετικά υψηλό απόθεμα χρέους χωρίς να αντιμετωπίζει τις χρηματοδοτικές πιέσεις που θα προκαλούσε ένας αντίστοιχος όγκος βραχυπρόθεσμων ομολόγων της αγοράς.
Στο τέλος του 2025, η Ελλάδα εξακολουθούσε να οφείλει περίπου 220 δισ. ευρώ στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το ποσό αντιστοιχούσε περίπου στο 88% του ΑΕΠ και στο 55% του χρέους της κεντρικής διοίκησης. Οι υποχρεώσεις αυτές θα αποπληρώνονται σταδιακά έως το 2070.
Οι τόκοι παραμένουν μεγάλο βαρίδι
Η σημαντική αποκλιμάκωση δεν σημαίνει ότι το χρέος έπαψε να αποτελεί πρόβλημα. Η εξυπηρέτησή του συνεχίζει να απορροφά σημαντικούς πόρους του κρατικού προϋπολογισμού.
Οι πληρωμές τόκων αντιστοιχούν περίπου στο 3,2% του ΑΕΠ, ποσοστό σχεδόν ίσο με τις αμυντικές δαπάνες της χώρας. Η Ελλάδα εμφανίζει τη δεύτερη υψηλότερη επιβάρυνση από τόκους στην Ευρωζώνη, μετά την Ιταλία, παραμένοντας σταθερά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.






































