Έναν απρόσμενο «σύμμαχο» στην προσπάθειά της να βελτιώσει τη διεθνή εικόνα της έχει βρει η Κίνα στο πρόσωπο του Ντόναλντ Τραμπ. Οι δασμοί, οι απειλές, οι περιορισμοί στη μετανάστευση και η επιθετική λογική του «America First» έχουν πλήξει την εικόνα των ΗΠΑ, προσφέροντας στο Πεκίνο ένα σημαντικό γεωπολιτικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ανάλυση του Bloomberg, το μεγάλο κέρδος της Κίνας σε επίπεδο δημόσιας εικόνας δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αλλαγή των διεθνών συμμαχιών.
Έρευνα του Pew Research Center που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο έδειξε ότι η Κίνα αντιμετωπίζεται πλέον θετικότερα από τις ΗΠΑ σε 25 από τις 36 χώρες που εξετάστηκαν. Πρόκειται για εντυπωσιακή ανατροπή σε σχέση με το 2023, όταν οι ΗΠΑ προηγούνταν σχεδόν παντού. Μάλιστα, ο Σι Τζινπίνγκ εμφανίζεται να απολαμβάνει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τον Τραμπ ακόμη και σε παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Γαλλία και η Αυστραλία.
Το όριο του κινεζικού «μερίσματος»
Τα ίδια στοιχεία, όμως, αποκαλύπτουν και τα όρια της κινεζικής ανόδου. Σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, όπου η Κίνα πέρασε μπροστά από τις ΗΠΑ, η θετική άποψη για το Πεκίνο εξακολουθεί να κινείται μόλις λίγο πάνω από το 30%.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι τέσσερις από τις έξι χώρες που εξακολουθούν να βλέπουν θετικότερα τις ΗΠΑ —Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ινδία και Φιλιππίνες— βρίσκονται στην άμεση γεωγραφική περιφέρεια της Κίνας.
Ο λόγος είναι ότι για αυτές τις χώρες η σχέση με το Πεκίνο δεν αφορά μόνο το εμπόριο. Εδαφικές διεκδικήσεις, οικονομικές πιέσεις και οι λεγόμενες τακτικές «γκρίζας ζώνης» διατηρούν έντονες τις ανησυχίες για την κινεζική ισχύ. Παρά την ενίσχυση των δικών τους αμυντικών δυνατοτήτων, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν το βασικό αντίβαρο απέναντι στην Κίνα.
Ταυτόχρονα, η οικονομική ισχύς του Πεκίνου δημιουργεί έναν διαφορετικό προβληματισμό. Η Κίνα αντιπροσωπεύει πλέον σχεδόν το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής μεταποιημένων προϊόντων, ενώ κυριαρχεί σε τομείς όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και η ρομποτική. Η πρόσβαση σε εναλλακτικές, μη κινεζικές εφοδιαστικές αλυσίδες για κρίσιμα ορυκτά και προηγμένες τεχνολογίες θεωρείται επομένως τόσο στρατηγική όσο και οικονομική αναγκαιότητα.
Η περίπτωση της Ινδίας
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ινδία. Οι σχέσεις του Νέου Δελχί με την Ουάσιγκτον δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα από την πολιτική Τραμπ.
Μετά τη στρατιωτική σύγκρουση Ινδίας και Πακιστάν τον Μάιο του 2025, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε επανειλημμένα ότι ο ίδιος μεσολάβησε για την κατάπαυση του πυρός, κάτι που ο Ναρέντρα Μόντι αρνήθηκε κατηγορηματικά. Λίγους μήνες αργότερα, ο Τραμπ επέβαλε στην Ινδία ορισμένους από τους υψηλότερους αμερικανικούς δασμούς εξαιτίας των αγορών ρωσικού πετρελαίου, ενώ περιόρισε και τη χορήγηση θεωρήσεων για ειδικευμένους εργαζομένους.
Παρά τη σύγκρουση αυτή, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προηγούνται της Κίνας κατά 22 ποσοστιαίες μονάδες στις προτιμήσεις των Ινδών που συμμετείχαν στην έρευνα του Pew.
Η απάντηση του Νέου Δελχί δεν ήταν, επομένως, να αντικαταστήσει την Ουάσιγκτον με το Πεκίνο. Ήταν να επιδιώξει μεγαλύτερη «στρατηγική αυτονομία».
Ο Μόντι ενίσχυσε τις επαφές του με τον Σι Τζινπίνγκ και τον Βλαντίμιρ Πούτιν, όμως ταυτόχρονα η Ινδία επιτάχυνε τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών και την αμυντική συνεργασία με χώρες που παραμένουν ενταγμένες στο ευρύτερο δυτικό σύστημα.
Από την επιβολή των δασμών της «Liberation Day» του Τραμπ τον Απρίλιο του 2025, η Ινδία ολοκλήρωσε εμπορικές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ ενίσχυσε τις αμυντικές σχέσεις της με την ΕΕ, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και τις Φιλιππίνες.
Η Ευρώπη θέλει αυτονομία, όχι στροφή στην Κίνα
Ανάλογη στρατηγική διαμορφώνεται στην Ευρώπη. Ο Εμανουέλ Μακρόν έχει επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και ζητά μεγαλύτερη αυτάρκεια στον τομέα της άμυνας.
Ωστόσο, παρά τις συγκρούσεις του με τον Τραμπ για ζητήματα από τους δασμούς έως τη Γροιλανδία, δεν εξετάζει αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Αντίθετα, τον Ιούνιο, μαζί με άλλους τέσσερις Ευρωπαίους ηγέτες, επανέλαβε τη δέσμευση για ισχυρότερο ευρωπαϊκό ρόλο εντός του ΝΑΤΟ και σε στενό συντονισμό με τις ΗΠΑ.
Ούτε όμως η μεγαλύτερη απόσταση από την Ουάσιγκτον σημαίνει προσέγγιση με το Πεκίνο. Ο Μακρόν έχει ζητήσει σκληρότερη ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην Κίνα στα οικονομικά ζητήματα, προειδοποιώντας πρόσφατα, μαζί με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, για έναν «επιθετικό» εμπορικό πόλεμο.
Ανθεκτικές οι δυτικές συμμαχίες
Παρά τις αναταράξεις της δεύτερης προεδρίας Τραμπ, παραδοσιακοί θεσμοί όπως το ΝΑΤΟ, η G7 και η συμμαχία πληροφοριών Five Eyes αποδεικνύονται μέχρι στιγμής ανθεκτικοί.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ εντείνουν τις προσπάθειες περιορισμού της κινεζικής κυριαρχίας στα κρίσιμα ορυκτά, ενώ παρόμοια γεωπολιτικά στρατόπεδα αρχίζουν να διαμορφώνονται γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τους προηγμένους ημιαγωγούς.
Η μεγάλη εικόνα που προκύπτει είναι επομένως πιο σύνθετη από μια απλή μετατόπιση ισχύος από τις ΗΠΑ προς την Κίνα. Ο Τραμπ έχει ωθήσει συμμάχους και εταίρους της Ουάσιγκτον να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ, όμως η βαθιά δυσπιστία απέναντι στο Πεκίνο τούς εμποδίζει να περάσουν στο κινεζικό στρατόπεδο.
Το αποτέλεσμα είναι μια στρατηγική διαφοροποίησης: λιγότερη εξάρτηση από την Αμερική, χωρίς όμως εγκατάλειψη της δυτικής τάξης πραγμάτων υπέρ της Κίνας.


































