Μπροστά σε ένα κρίσιμο τεστ δημοσιονομικής αντοχής βρίσκεται η ελληνική οικονομία, καθώς η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης συμπίπτει χρονικά με νέες δημοσιονομικές δαπάνες, τις υψηλές ανάγκες χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος και την παραμονή ισχυρών δεσμών μεταξύ κράτους και τραπεζών.
Αυτό επισημαίνει νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ, με τίτλο «Η Εύθραυστη Δημοσιονομική Πειθαρχία στην Ελλάδα», την οποία υπογράφει ο οικονομολόγος και συνεργάτης ερευνητής του ΚΕΦΙΜ Ιάκωβος Μένης. Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα έχει καταγράψει σημαντική δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική πρόοδο, ωστόσο το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή μπορεί να διατηρηθεί όταν εξασθενήσουν παράγοντες που λειτούργησαν ευνοϊκά τα προηγούμενα χρόνια.
Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης έφτασε το 4,9% του ΑΕΠ το 2025, ενώ το δημόσιο χρέος υποχώρησε από το 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146,1% το 2025. Παραμένει, ωστόσο, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Την ίδια στιγμή, η απόσταση της απόδοσης του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό περιορίστηκε στις 77 μονάδες βάσης το 2025, έναντι περίπου 2.100 μονάδων βάσης το 2012.
Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης
Η πρώτη μεγάλη πρόκληση αφορά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης φέτος. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι πόροι του Ταμείου εκτιμάται ότι συνέβαλαν περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης.
Μετά το τέλος του προγράμματος, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ που επικαλείται η μελέτη, οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να μειωθούν κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Το κενό αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι ιδιωτικές επενδύσεις εξακολουθούν να βρίσκονται 24% χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα.
Το κόστος των νέων μέτρων
Δεύτερη πηγή προβληματισμού αποτελεί το νέο δημοσιονομικό πακέτο της περιόδου 2026–2027, το κόστος του οποίου εκτιμάται στο 0,6% του ΑΕΠ για το 2026 και στο 0,8% για το 2027.
Το ΚΕΦΙΜ εστιάζει ιδιαίτερα στον κίνδυνο μόνιμες παρεμβάσεις στις δαπάνες, όπως αυξήσεις σε συντάξεις και μισθούς, να στηρίζονται σε έσοδα που συνδέονται με την τρέχουσα ευνοϊκή οικονομική συγκυρία και ενδέχεται να μην έχουν αντίστοιχη διάρκεια.
Ακριβότερο χρέος
Στην εξίσωση μπαίνει και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Η σημαντική πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ υποβοηθήθηκε από την υψηλή ονομαστική ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τους ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους των δανείων του EFSF και του ESM.
Καθώς όμως τα συγκεκριμένα δάνεια αποπληρώνονται και αντικαθίστανται σταδιακά από χρηματοδότηση μέσω των αγορών, η χώρα γίνεται περισσότερο ευάλωτη στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Η μελέτη υπολογίζει ότι εάν οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων επέστρεφαν στα επίπεδα του 2008, περίπου στο 4,5%, το πρόσθετο ετήσιο κόστος τόκων θα μπορούσε σταδιακά να ανέλθει στο 0,8%-1% του ΑΕΠ.
Οι τράπεζες και οι αναβαλλόμενοι φόροι
Η εικόνα του τραπεζικού συστήματος έχει αλλάξει θεαματικά. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν από 49,1% το 2016 σε 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ οι τράπεζες επέστρεψαν στη διανομή μερισμάτων το 2024 για πρώτη φορά από το 2008.
Παραμένει, ωστόσο, ένα σημαντικό σημείο σύνδεσης με το Δημόσιο: οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις αντιστοιχούν, σύμφωνα με τη μελέτη, στο 44,6% των εποπτικών κεφαλαίων CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.
Η «βόμβα» των συντάξεων
Μακροπρόθεσμη πίεση δημιουργεί και το συνταξιοδοτικό. Η Ελλάδα δαπανά περίπου το 14% του ΑΕΠ για συντάξεις, καταγράφοντας την τέταρτη υψηλότερη σχετική δαπάνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Περίπου το 43% της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης χρηματοδοτείται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από ασφαλιστικές εισφορές. Σύμφωνα με τις προβολές που παρουσιάζονται στη μελέτη, η κρατική συμμετοχή θα μπορούσε να προσεγγίσει το 62% έως το 2029.

Το δημογραφικό επιβαρύνει περαιτέρω την εξίσωση, καθώς ο δείκτης εξάρτησης προβλέπεται να αυξηθεί από 39 το 2022 σε 74,4 το 2050, με λιγότερους εργαζομένους να καλούνται να χρηματοδοτήσουν περισσότερους συνταξιούχους.
Ρώμπαμπας: Το τεστ της περιόδου 2026-2028
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας σημειώνει ότι η Ελλάδα έχει πετύχει «μια αδιαμφισβήτητη δημοσιονομική μεταμόρφωση», προειδοποιώντας ωστόσο ότι αυτό δεν επιτρέπει εφησυχασμό.
Όπως υπογραμμίζει, η περίοδος 2026–2028 θα αποτελέσει ουσιαστικό τεστ για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας, καθώς η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αγορές, οι δεσμοί κράτους και τραπεζών και οι πιέσεις του συνταξιοδοτικού περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια για λανθασμένες επιλογές.
Το βασικό ερώτημα που θέτει τελικά η μελέτη είναι εάν η δημοσιονομική βελτίωση των τελευταίων ετών έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά ή εάν ένα μέρος της στηρίχθηκε σε μια συγκυρία η οποία δύσκολα θα επαναληφθεί με την ίδια ένταση.



































