Δεν είναι μόνο τα καινοτόμα φάρμακα που δεν φτάνουν πλέον στους Έλληνες ασθενείς ή που ξεκίνησαν σταδιακά να αποσύρονται από την ελληνική αγορά – όπως πρόσφατα δύο πολύ σημαντικά ογκολογικά φάρμακα.
Το τελευταίο διάστημα, αυξάνονται ολοένα και περισσότερο οι ελλείψεις, ακόμη και σε παλαιά βασικά φάρμακα, που χρησιμοποιούνται για διάφορες παθήσεις μεταξύ των οποίων και οι πιο σοβαρές, όπως καρκίνος, καρδιαγγειακές ή νευρολογικές παθήσεις, λοιμώξεις κλπ.
Σε μακροχρόνια έλλειψη βρίσκονται πλέον 270 φάρμακα σύμφωνα με την τελευταία λίστα του ΕΟΦ για τις ελλείψεις φαρμάκων μέχρι τις 31 Αυγούστου.
Μόνο που αυτή τη φορά, τα 30 από αυτά, για να φτάσουν στους Έλληνες ασθενείς, θα χρειαστεί έκτακτη εισαγωγή από το Ινστιτούτο Φαρμακευτικής Έρευνας και Τεχνολογίας (ΙΦΕΤ), καθώς πλέον από τις σταδιακές αποσύρσεις δεν έχουν απομείνει άλλα αντίστοιχα σκευάσματα με τα οποία μπορούν να αντικατασταθούν, με αποτέλεσμα να είναι μοναδικά στο είδος τους, οπότε χρειάζεται να εισαχθούν.
Αυτά τα 30 φάρμακα θα πρέπει να προστεθούν στα επίσης άλλα 19 μοναδικά φάρμακα που αναζητά το ΙΦΕΤ και βρίσκει δυσκολίες να τα εντοπίσει, προκειμένου να τα εισσάγει στη χώρα μας, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό των προς εισαγωγή σκευασμάτων σε 49.

Ελλείψεις φαρμάκων έρχονται σε ολόκληρη την Ευρώπη από την οδηγία για την καθαρότητα των υδάτων
Για ολόκληρη την ομάδα των 270 φαρμάκων συνολικά, σύμφωνα με τον ΕΟΦ, οι αιτίες των ελλείψεων είναι είτε η καθυστέρηση παράδοσης, είτε η αυξημένη ζήτηση, ενώ για αρκετά από αυτά, έχουν παρατηρηθεί προβλήματα παραγωγής ή ποιοτικά προβλήματα στις δραστικές ουσίες.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις των εταιρειών που διατηρούν τις άδειες κυκλοφορίας οι ελλείψεις αυτές θα συνεχιστούν ακόμη και μέχρι τον Ιούνιο του 2028, αν και τα περισσότερα από τα 270 φάρμακα θα επανέλθουν στην αγορά ως την ερχόμενη άνοιξη του 2027.
Στα φάρμακα που βρίσκονται σε έλλειψη, περιλαμβάνονται ελάχιστα πρωτότυπα – κυρίως εμβόλια, ενώ στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι γενόσημα, παραγόμενα από ελληνικές και ξένες φαρμακευτικές.
Τα 30 νέα μοναδικά φάρμακα σε διαφορες μορφές και περιεκτικότητες – που χρειάζονται έκτακτη εισαγωγή – είναι η διπυριδαμόλη για την στηθάγχη, η τιροφιβάνη – αντιαιμοπεταλιακό, ινωδογόνο για τη διακοπή της αιμορραγίας σε νοσοκομειακό περιβάλλον, βιταμίνη Β2, διγοξίνη για καρδιακή ανεπάρκεια, κλονινδίνη για υπέρτση, φελοδιπίνη για υπέρταση και στηθάγχη, δινοπροστόνη για την πρόκληση τοκετού, κιτρική κλομιφαίνη για πρόκληση ωορρηξίας, κινακαλσέτη για παθήσεις του παραθυρεοειδή μεταξύ των οποίων και ο καρκίνος, βορικοναζόλη για τους μύκητες, ανοσοσφαιρίνη, τεμοζολομίδη για όγκους εγκεφάλου, τοποτεκάνη αντικαρκινικό, ιντερφερόνη, αμανταδίνη κατά του Πάρκινσον, δροπεριδόλη, μπρεξπιπραζόλη και ολανζαπινη – αντιψυχωσικά και τραζοδόνη – αντικαταθλιπτικό.
Ελλείψεις και από την Ευρώπη
Στις υπάρχουσες ελλείψεις, στο άμεσο μέλλον πρόκειται να προστεθούν και νέες, εξαιτίας της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, η οποία πλέον επιβαρύνει τις φαρμακευτικές με το πρόσθετο κόστος της τεταρτοταγούς επεξεργασίας των λυμάτων, στο πλαίσιο της Οδηγίας για την καθαρότητα των υδάτων στην Ε.Ε.
Η οδηγία επιβαρύνει τη φαρμακοβιομηχανία και τη βιομηχανία καλλυντικών με το 80% του καθαρισμού των λυμάτων στο τέταρτο στάδιο για την απομάκρυνση μικρορύπων και αναδυομένων χημικών ενώσεων, δηλαδή στοχεύει ειδικά σε: Κατάλοιπα φαρμάκων (όπως αντιβιοτικά, παυσίπονα, αντικαταθλιπτικά και ορμόνες), μικροπλαστικά και συνθετικές μικροΐνες από τα ρούχα, φυτοφάρμακα, παρασιτοκτόνα και βιοκτόνα, χημικά από καλλυντικά και προϊόντα προσωπικής φροντίδας και βιομηχανικά πρόσθετα και χημικές ενώσεις.
Την ακύρωση των διατάξεων που επιβάλλουν κόστος εκτεταμένης ευθύνης παραγωγού στη βιομηχανία φαρμάκων και καλλυντικών πρότεινε πρόσφατα η Γενική Εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Τζουλιάν Κοκόττ, και επιβάλλουν τη χρηματοδότηση του 80% της τεταρτοταγούς επεξεργασίας των λυμάτων από τους δύο αυτούς κλάδους της βιομηχανίας
Η κ. Κοκκόττ, εντόπισε σοβαρές ελλείψεις στη μεθοδολογία υπολογισμού του τοξικού φορτίου, έθεσε ερωτήματα για τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν σε ότι αφορά ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες και χαρακτήρισε ανεπαρκή την αξιολόγηση άλλων δυνητικά σχετικών πηγών μικρορύπων. Διαπίστωσε επίσης ότι η επιλογή των φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων δεν βασίστηκε σε επιστημονικά τεκμηριωμένη σύγκριση όλων των σχετικών πηγών ρύπανσης.
Από την πλευρά της η ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανία, μέσω του Συνδέσμου της EFPIA υποστήριξε τον στόχο περί προστασίας των υδάτων, ενώ δεσμεύθηκε να καταβάλλει το μερίδιο του της αναλογεί στην αντιμετώπιση της μικρορύπανσης, όμως εξέφρασε ανησυχία για τον τρόπο που προτείνεται, επισημαίνοντας ότι δεν συνάδει με την αρχή της Ε.Ε. ότι «ο ρυπαίνων πληρώνει».
Αυξάνεται το κόστος παραγωγής
Όπως σημειώνει η EFPIA, εκτός από το δυσανάλογο κόστος για τις φαρμακευτικές εταιρείες, η Οδηγία στην τρέχουσα μορφή της είναι πολύ πιθανό να επηρεάσει τις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού, δημιουργώντας το ενδεχόμενο πιθανών ελλείψεων φαρμάκων, καθώς και υπονομεύοντας την ικανότητα της Ευρώπης να ερευνά και να παρασκευάζει νέα φάρμακα.
Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον φαρμακευτικό κλάδο είναι δεσμευμένες σε μακροπρόθεσμες, σταθερές τιμές, επομένως πρέπει να απορροφήσουν όλα τα κόστη που δημιουργούνται από την Οδηγία. Αυτό είναι πολύ πιθανό να επηρεάσει την προσφορά και τη διαθεσιμότητα φαρμάκων για εκατομμύρια ασθενείς, καθώς και την ανταγωνιστικότητα των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει μια νέα ανεξάρτητη αξιολόγηση της Οδηγίας, λαμβάνοντας υπόψιν και την διαθεσιμότητα, την οικονομική επίπτωση στις τιμές των φαρμάκων, αλλά και της δυνατότητας πρόσβασης των ασθενών σε αυτά.
Η Γενική Διευθύντρια της EFPIA Νάταλι Μολ επεσήμανε ότι ο Σύνδεσμος εκτιμά πως αυτή η επαναξιολόγηση είναι απαραίτητη και πρόσθεσε: «Η EFPIA και τα μέλη μας έχουν επανειλημμένα ζητήσει την επανεκτίμηση της οδηγίας για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων λόγω ανησυχιών σχετικά με τη μεθοδολογία και τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν.
Η Γενική Εισαγγελέας εντόπισε επίσης ελλείψεις σε αυτούς τους τομείς και συνέστησε την ακύρωση των σχετικών διατάξεων.
Ζητάμε τώρα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναστείλει την εφαρμογή της Οδηγίας, ενώ θα διεξαχθεί μια επαρκής, ολοκληρωμένη και διαφανής αξιολόγηση επιπτώσεων για τον εντοπισμό όλων των σχετικών πηγών μικρορύπανσης. Προσβλέπουμε στην εποικοδομητική συνεργασία με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη για μια λύση που θα παρέχει καθαρότερο νερό, θα διασφαλίζει ότι όλοι οι τομείς συμβάλλουν δίκαια και θα προστατεύει την περίθαλψη των ασθενών και την πρόσβασή τους στα φάρμακα».
Πηγή: in.gr








































