Η 21η Σεπτεμβρίου δεν είναι απλώς η ημερομηνία κατά την οποία η Ελλάδα περνά και τυπικά στις ανεπτυγμένες αγορές. Είναι το ορόσημο – επιβεβαίωση μιας πολυετούς διαδρομής που αλλάζει τη θέση της Αθήνας στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη. Αυτό αναφέρει στον ot.gr ο Γιάννος Κοντόπουλος, CEO της Euronext Athens, τονίζοντας ότι η αλλαγή κατηγορίας δεν δημιουργεί από μόνη της μια νέα αγορά, αλλά αναγνωρίζει θεσμικά την πρόοδο που έχει ήδη συντελεστεί. Διευρύνει την επενδυτική βάση των ελληνικών εισηγμένων και την πρόσβασή τους σε μεγαλύτερα και πιο διαφοροποιημένα διεθνή κεφάλαια, ενώ το ουσιαστικό όφελος βρίσκεται σε βάθος χρόνου. Όπου η ελληνική αγορά θα αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος, υψηλότερη ρευστότητα και περισσότερες εισηγμένες επιχειρήσεις.
Η νέα θέση της Αθήνας ενισχύεται παράλληλα από την ένταξή της στην Euronext, που εντάσσει την ελληνική αγορά σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοσύστημα κεφαλαιαγορών και υποδομών. Για τον κ. Κοντόπουλο, το επόμενο βήμα είναι να μετατραπεί αυτή η στρατηγική αλλαγή σε πρακτικό όφελος για την αγορά και τις επιχειρήσεις. Όφελος που θα μεταφράζεται από την προσέλκυση μεγαλύτερων και πιο διεθνών εταιρειών έως τη δημιουργία, μέσω του IPOready, μιας σταθερής δεξαμενής επιχειρήσεων που προετοιμάζονται για την εισαγωγή τους.
Στόχος για την επόμενη τετραετία, όπως περιγράφει, είναι μια ελληνική κεφαλαιαγορά μεγαλύτερη, βαθύτερη και περισσότερο διεθνοποιημένη, με ισχυρότερη θέση στο ευρωπαϊκό επενδυτικό τοπίο.
Από τη Δευτέρα, στις 21 Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα περνά και τυπικά στο κλαμπ των ανεπτυγμένων αγορών. Ποια είναι η σημαντικότερη αλλαγή που θα πρέπει να περιμένουμε στην πράξη από την επόμενη κιόλας ημέρα; Και πόσο από το όφελος της αναβάθμισης έχει ήδη αποτυπωθεί στις αποτιμήσεις της αγοράς;
-Η 21η Σεπτεμβρίου δεν είναι μια ημερομηνία κατά την οποία θα αλλάξει κάτι «μαγικά» στην αγορά. Είναι, όμως, η ημερομηνία κατά την οποία μια πολυετής διαδικασία αποκτά πλήρη θεσμική υπόσταση.
Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι η Ελλάδα αλλάζει θέση στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη. Η μετάταξή μας στις ανεπτυγμένες αγορές διευρύνει την επενδυτική βάση μέσα στην οποία αξιολογούνται οι ελληνικές εισηγμένες και επιτρέπει σε μια πολύ μεγαλύτερη και πιο διαφοροποιημένη βάση διεθνών επενδυτών να εξετάσει την ελληνική αγορά.
Ένα μέρος αυτής της προσδοκίας έχει ασφαλώς ήδη προεξοφληθεί στις αποτιμήσεις. Δεν θα πρέπει όμως να βλέπουμε την αναβάθμιση ως ένα γεγονός που δημιουργεί μια εφάπαξ εισροή κεφαλαίων και τελειώνει εκεί. Το πραγματικό όφελος είναι πιο μακροπρόθεσμο. Είναι η δυνατότητα να αποκτήσουμε μια αγορά με περισσότερους επενδυτές, περισσότερες εταιρείες, μεγαλύτερο βάθος και υψηλότερη ρευστότητα.
Η αναβάθμιση της αγοράς ήρθε σε μια περίοδο που ο Γενικός Δείκτης βρίσκεται σε πολυετή υψηλά και οι αποτιμήσεις έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά. Η εικόνα που έχετε από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα είναι μιας αγοράς που έχει ήδη «τρέξει», ή μιας αγοράς με σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης;
Η ελληνική αγορά έχει κάνει μια πολύ σημαντική διαδρομή και αυτό δεν πρέπει ούτε να το υποτιμούμε ούτε να το θεωρούμε δεδομένο. Η εικόνα της Ελλάδας στους διεθνείς επενδυτές έχει αλλάξει ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια, όπως έχει αλλάξει και η ποιότητα και η κερδοφορία σημαντικού μέρους των εισηγμένων επιχειρήσεων.
Η ελληνική αγορά έχει κάνει μια πολύ σημαντική διαδρομή τα τελευταία χρόνια. Αυτό αποτυπώνεται όχι μόνο στην πορεία των τιμών, αλλά και στη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών των εισηγμένων επιχειρήσεων, και, κυρίως, στην συνολική αλλαγή της εικόνας της Ελλάδας στα μάτια της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας.
Το γεγονός ότι ο Γενικός Δείκτης βρίσκεται σήμερα σε πολυετή υψηλά σημαίνει ασφαλώς ότι ένα σημαντικό μέρος της θετικής ιστορίας έχει ήδη αποτιμηθεί. Δεν σημαίνει, όμως, ότι έχει αποτιμηθεί και η πλήρης δυναμική της ελληνικής κεφαλαιαγοράς.
Μια αγορά δεν αποτιμάται μόνο από το επίπεδο ενός δείκτη. Αποτιμάται από το βάθος της, τη ρευστότητά της, το μέγεθος των εισηγμένων εταιρειών της, τη διαφοροποίηση της επενδυτικής της βάσης και την ικανότητά της να χρηματοδοτεί την πραγματική οικονομία.
Σε αυτούς τους τομείς υπάρχει ακόμη σημαντικός δρόμος μπροστά μας . Άρα, αν με ρωτάτε αν η αγορά έχει «τρέξει», θα έλεγα ότι έχει κάνει ένα σημαντικό πρώτο σκέλος της διαδρομής. Δεν πιστεύω όμως ότι έχει φτάσει στον προορισμό της.
Όταν μιλάτε με διεθνείς θεσμικούς επενδυτές, τι είναι αυτό που τους κάνει σήμερα να θέλουν να επενδύσουν στην Ελλάδα και τι είναι αυτό που εξακολουθεί να τους κρατά επιφυλακτικούς;
– Το ενδιαφέρον των διεθνών επενδυτών για την Ελλάδα δεν είναι μια καινούργια ιστορία. Τα τελευταία 4-5 χρόνια, η διεθνής επενδυτική κοινότητα βλέπει μια διαφορετική Ελλάδα και μια διαφορετική ελληνική κεφαλαιαγορά. Η αλλαγή είναι ουσιαστική και έχει ήδη αποτυπωθεί στην πράξη. Η ελληνική οικονομία έχει ενισχυθεί, οι εισηγμένες επιχειρήσεις έχουν ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη και η ίδια η αγορά έχει αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος, υψηλότερη ρευστότητα και ευρύτερη συμμετοχή διεθνών επενδυτών. Σε αρκετές από αυτές τις παραμέτρους, η ελληνική αγορά έχει ήδη περάσει σε μια διαφορετική κατηγορία και μπορεί όχι απλώς μπορεί να συγκριθεί με άλλες ευρωπαϊκές αγορές αλλά βρίσκεται σε καλύτερα επίπεδα από αρκετές άλλες. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί το Developed Market status δεν ήρθε να δημιουργήσει αυτή την αλλαγή. Ήρθε να την αναγνωρίσει. Το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει πλέον ενταχθεί στις ανεπτυγμένες αγορές επιβεβαιώνει αυτή την πρόοδο, δεν τη δημιουργεί. Άρα, η συζήτηση σήμερα είναι διαφορετική. Δεν μιλάμε πλέον για το αν η Ελλάδα είναι μια ενδιαφέρουσα επενδυτική ιστορία. Αυτό έχει σε μεγάλο βαθμό απαντηθεί. Η συζήτηση αφορά το πόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η ελληνική αγορά και πόσο περισσότερο διεθνές κεφάλαιο μπορεί να προσελκύσει. Εκεί βρίσκεται η επόμενη πρόκληση: να συνεχίσουμε να αυξάνουμε το βάθος και τη ρευστότητα της αγοράς, να διευρύνουμε τη βάση των εισηγμένων εταιρειών και να δημιουργήσουμε περισσότερες ευκαιρίες για μακροπρόθεσμο θεσμικό κεφάλαιο. Γιατί πλέον δεν μιλάμε για την επιστροφή της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές. Μιλάμε για το πώς η ελληνική κεφαλαιαγορά μπορεί να διεκδικήσει μια πολύ μεγαλύτερη θέση μέσα στο ευρωπαϊκό επενδυτικό τοπίο.
Τώρα που η Αθήνα αποτελεί μέλος του ομίλου Euronext, ποια είναι η ουσιαστική αλλαγή που θέλετε να δει ένας διεθνής επενδυτής και, κυρίως, μια ελληνική επιχείρηση μέσα στα επόμενα χρόνια; Και πόσο εύκολα μπορεί μια ελληνική εταιρεία να αξιοποιήσει το δίκτυο της Euronext για να προσεγγίσει επενδυτές στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές;
– Η ουσιαστική αλλαγή είναι ότι η Αθήνα δεν λειτουργεί πλέον ως μια μεμονωμένη αγορά. Είναι μέρος του μεγαλύτερου ευρωπαϊκού συστήματος υποδομών και κεφαλαιαγορών. Για το διεθνή επενδυτή σημαίνει ότι η Ελλάδα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο αγορών και υποδομών και γίνεται πιο εύκολα προσβάσιμη και συγκρίσιμη με άλλες αγορές της Ευρώπης. Για μια ελληνική επιχείρηση σημαίνει κάτι ακόμη πιο σημαντικό: ότι η εισαγωγή της στην Αθήνα μπορεί να αποτελέσει σημείο πρόσβασης όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στην ευρωπαϊκή επενδυτική κοινότητα. Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά πλεονεκτήματα που έχουμε σήμερα. Και το επόμενο βήμα είναι να το μετατρέψουμε από στρατηγικό πλεονέκτημα σε καθημερινή, πρακτική αξία για τις εισηγμένες και για τις εταιρείες που εξετάζουν την είσοδό τους στη Euronext Athens.
Η Ελλάδα έχει πλέον μεγαλύτερη αξιοπιστία και πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη επενδυτική βάση. Είναι έτοιμη η Αθήνα να διεκδικήσει μεγαλύτερες εισαγωγές εταιρειών; Βλέπετε ήδη ενδιαφέρον για μεγάλα IPOs στην ελληνική αγορά;
– Ναι, και πιστεύω ότι το ενδιαφέρον θα αυξηθεί περαιτέρω. Η Αθήνα βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση για να προσελκύσει μεγαλύτερες και πιο διεθνείς εταιρείες από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Έχουμε ήδη δει σημαντικές κινήσεις στην αγορά και, κυρίως, έχουμε δει κάτι που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό: εταιρείες από διαφορετικούς κλάδους αρχίζουν ξανά να βλέπουν το χρηματιστήριο ως ένα ουσιαστικό εργαλείο ανάπτυξης και χρηματοδότησης είσοδος ναυτιλιακών εταιρειών, όπως η Safe Bulkers και τώρα η Star Bulk Carriers, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αγοράς που διευρύνει το διεθνές της αποτύπωμα. Το επόμενο βήμα, όμως, είναι να διευρύνουμε σημαντικά τη δεξαμενή των εταιρειών που είναι πραγματικά έτοιμες να εξετάσουν μια εισαγωγή. Και εδώ θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική την έναρξη του προγράμματος IPOready στην Ελλάδα. Για πρώτη φορά, ελληνικές εταιρείες υψηλής αναπτυξιακής δυναμικής που εξετάζουν το ενδεχόμενο εισαγωγής μέσα στα επόμενα ένα έως τρία χρόνια αποκτούν πρόσβαση σε ένα οργανωμένο πρόγραμμα προετοιμασίας για την είσοδό τους στις κεφαλαιαγορές. Το πρόγραμμα δεν αφορά μόνο το ίδιο το IPO. Αφορά την προετοιμασία μιας εταιρείας για το τι σημαίνει να είναι εισηγμένη: εταιρική διακυβέρνηση, αποτίμηση, σχέση με τους επενδυτές κανονιστικές απαιτήσεις και, κυρίως, τη διαμόρφωση μιας εταιρείας που είναι έτοιμη να συνομιλήσει με τη διεθνή επενδυτική κοινότητα. Αυτό δημιουργεί, ουσιαστικά, μια νέα δεξαμενή δυνητικών μελλοντικών εισαγωγών για την ελληνική αγορά. Δεν σημαίνει ότι κάθε εταιρεία που συμμετέχει θα γίνει IPO — ούτε πρέπει να είναι αυτός ο στόχος. Σημαίνει, όμως, ότι από σήμερα αρχίζουμε να χτίζουμε συστηματικά το pipeline των εταιρειών που μπορούν, εφόσον το επιλέξουν και όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, να περάσουν στις κεφαλαιαγορές. Και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό: δεν θέλουμε απλώς περισσότερες νέες εισαγωγές. Θέλουμε περισσότερες εταιρείες που είναι πραγματικά έτοιμες να γίνουν εισηγμένες και να αξιοποιήσουν την αγορά για την επόμενη φάση της ανάπτυξής τους.
Και είμαι αισιόδοξος ότι θα δούμε αυτή τη δυναμική να αποτυπώνεται όλο και περισσότερο στην αγορά.
Υπάρχουν σήμερα ελληνικές εταιρείες που θα μπορούσαν να είναι εισηγμένες αλλά επιλέγουν να παραμένουν εκτός χρηματιστηρίου; Τι τις αποτρέπει και τι θα έπρεπε να αλλάξει ώστε περισσότερες μεσαίες και οικογενειακές επιχειρήσεις να επιλέγουν την κεφαλαιαγορά;
– Υπάρχει πράγματι μια σημαντική δεξαμενή ελληνικών επιχειρήσεων που έχουν το μέγεθος, την ανάπτυξη και την ποιότητα για να σταθούν σε μια οργανωμένη αγορά, αλλά δεν έχουν ακόμη εξετάσει σοβαρά την εισαγωγή στο χρηματιστήριο ως μέρος της αναπτυξιακής τους στρατηγικής. Και εδώ θα έλεγα ότι υπάρχει ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Σε αρκετές περιπτώσεις, αυτό που κρατά μια επιχείρηση εκτός χρηματιστηρίου δεν είναι μια συνειδητή απόφαση ότι η κεφαλαιαγορά δεν της ταιριάζει. Είναι περισσότερο μια περιορισμένη εξοικείωση με το τι μπορεί πραγματικά να προσφέρει σήμερα μια οργανωμένη κεφαλαιαγορά. Πολλές μεσαίες και οικογενειακές επιχειρήσεις έχουν μια αντίληψη για το χρηματιστήριο που δεν ανταποκρίνεται πλέον στη σημερινή πραγματικότητα. Βλέπουν κυρίως τις πρόσθετες απαιτήσεις διαφάνειας, εταιρικής διακυβέρνησης και λογοδοσίας, αλλά δεν έχουν πάντα πλήρη εικόνα της άλλης πλευράς της εξίσωσης: της πρόσβασης σε κεφάλαια, της δυνατότητας να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους, της διεθνούς προβολής, της προσέλκυσης θεσμικών επενδυτών και, τελικά, της δημιουργίας μιας πολύ ισχυρότερης βάσης για την επόμενη φάση της εταιρείας. Αυτό είναι ένα κενό ενημέρωσης που πρέπει να καλύψουμε. Η εισαγωγή στο χρηματιστήριο δεν είναι απλώς ένας τρόπος άντλησης κεφαλαίων. Είναι μια στρατηγική επιλογή που μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο μια επιχείρηση χρηματοδοτείται, αναπτύσσεται και διεθνοποιείται. Γι’ αυτό θεωρώ τόσο σημαντικό το IPOready και την έναρξή του στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα μας δίνει τη δυνατότητα να πάμε πολύ νωρίτερα στη διαδικασία: να μιλήσουμε με επιχειρήσεις πριν αποφασίσουν αν θα κάνουν IPO και να τους εξηγήσουμε στην πράξη τι σημαίνει να προετοιμάζεσαι για την κεφαλαιαγορά, ποιες είναι οι απαιτήσεις αλλά και ποιες είναι οι ευκαιρίες. Και αυτό μπορεί να αλλάξει τη συζήτηση. Στόχος δεν είναι να πείσουμε κάθε εταιρεία να εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Στόχος είναι κάθε επιχείρηση που έχει τις προϋποθέσεις και τις φιλοδοξίες να γνωρίζει ότι η κεφαλαιαγορά είναι μια πραγματική επιλογή για την ανάπτυξή της — και να μπορεί να αξιολογήσει αυτή την επιλογή με τα σωστά δεδομένα.
Αν καταφέρουμε να αλλάξουμε αυτή την αντίληψη, τότε θα έχουμε κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα για να διευρύνουμε τη βάση των εισηγμένων εταιρειών στην Ελλάδα
Αν συναντιόμασταν ξανά στις 21 Σεπτεμβρίου 2030, τέσσερα χρόνια μετά τη μετάταξη της Ελλάδας στις Developed Markets, τι θα έπρεπε να έχει αλλάξει στην ελληνική κεφαλαιαγορά για να πείτε ότι η 21η Σεπτεμβρίου 2026 ήταν πραγματικά σημείο καμπής;
– Αν συναντιόμασταν ξανά στις 21 Σεπτεμβρίου 2030, θα ήθελα να βλέπουμε μια ελληνική κεφαλαιαγορά αισθητά μεγαλύτερη, βαθύτερη, και ακόμα περισσότερο διεθνοποιημένη. Η αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει. Αυτό που περιμένω τα επόμενα τέσσερα χρόνια είναι να αποκτήσει μεγαλύτερη ταχύτητα και μεγαλύτερη κλίμακα.. Θα ήθελα ο Έλληνας επενδυτής να βλέπει την κεφαλαιαγορά ως μέρος της μακροπρόθεσμης αποταμίευσης και επενδυτικής του στρατηγικής. Αυτό είναι το στοίχημα για τα επόμενα χρόνια. Όχι απλώς να μεγαλώσει και άλλο η αγορά μας, αλλά να αλλάξει η θέση της μέσα στην Ευρώπη.
Τότε θα μπορούμε να πούμε ότι η 21η Σεπτεμβρίου 2026 δεν ήταν η αρχή της αλλαγής. Ήταν η στιγμή που η αλλαγή απέκτησε νέα ταχύτητα.
Και αυτό ακριβώς πιστεύω ότι μπορεί να συμβεί.





































