Πριν από μόλις δεκαπέντε χρόνια, το αβοκάντο είχε ελάχιστη εμπορική αξία στην Ινδία. Οι ώριμοι καρποί έπεφταν συχνά από τα δέντρα και κατέληγαν τροφή για τα ζώα, με αποτέλεσμα σε αρκετές περιοχές να αποκαλούνται απαξιωτικά «τροφή για σκύλους».
Σήμερα, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει θεαματικά καθώς η αυξανόμενη κατανάλωση, οι νέες διατροφικές συνήθειες και η χρήση του προϊόντος στην εστίαση δημιουργούν μια αγορά με σημαντικές προοπτικές.
Τα περιθώρια ανάπτυξης για τους Ινδούς αγρότες είναι μεγάλα, καθώς οι παραδοσιακές καλλιέργειες «έχουν υποφέρει»
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Cottanad Plantations, στην ορεινή περιοχή Γουαγιανάντ της Κεράλα. Η εταιρεία, όπως αναφέρει το BBC, η οποία καλλιεργεί καφέ, κακάο, καουτσούκ, μπαχαρικά και φρούτα, αρχικά φύτευε αβοκάντο ως δέντρο σκίασης στις φυτείες καφέ. Σταδιακά, ωστόσο, διαπίστωσε ότι μπορούσε να εξελιχθεί σε επικερδή δραστηριότητα.
Το σημείο… καμπής
Καθοριστική θεωρείται η περίοδος γύρω από το 2011, όταν η δημοφιλής ηθοποιός του Μπόλιγουντ Σίλπα Σέτι μίλησε για τη χρήση του αβοκάντο στην περιποίηση του δέρματος. Οι τιμές σχεδόν διπλασιάστηκαν και συνέχισαν την ανοδική τους πορεία.
Η επιχείρηση ανταποκρίθηκε σε αυτή τη ζήτηση φυτεύοντας δέντρα αβοκάντο σε 40 στρέμματα και την περασμένη χρονιά συγκέντρωσε 10 έως 15 τόνους. Στόχος της είναι, μέσα στα επόμενα τρία ή τέσσερα χρόνια, να φτάσει τους 40 έως 50 τόνους.
Για να το πετύχει, υιοθέτησε τεχνογνωσία από τη Νότια Αφρική, αλλάζοντας τις αποστάσεις φύτευσης, τη διαμόρφωση του εδάφους και τις καλλιεργητικές πρακτικές, καθώς το ευαίσθητο ριζικό σύστημα του φυτού προσβάλλεται εύκολα από ασθένειες.
Τα περιθώρια ανάπτυξης για τους Ινδούς αγρότες είναι μεγάλα, καθώς οι παραδοσιακές καλλιέργειες «έχουν υποφέρει». Η Ινδία εισάγει περίπου 15.000 τόνους αβοκάντο ετησίως, ενώ η εγχώρια παραγωγή περιορίζεται στους 8.000–9.000 τόνους.
Επιλογή εισαγόμενων ποικιλιών
Παρά την πρόοδο, τα ινδικά αβοκάντο δεν έχουν ακόμη τη σταθερότητα σε μέγεθος, γεύση, υφή και ωρίμανση που ζητούν τα εστιατόρια. Για τον λόγο αυτό, πολλές επιχειρήσεις εστίασης εξακολουθούν να επιλέγουν εισαγόμενες ποικιλίες, αν και δηλώνουν πρόθυμες να στραφούν σε αξιόπιστη τοπική παραγωγή.
Στην κάλυψη αυτού του κενού επιχειρούν να συμβάλουν νέα φυτώρια. Ο Χαρσίτ Γκόντα, ιδρυτής φυτωρίου στο Μποπάλ, έχει διαθέσει περίπου 18.000 δενδρύλλια διεθνών ποικιλιών, όπως Hass και Pinkerton, σε παραγωγούς όλης της χώρας.
Η δημιουργία και λειτουργία ενός εμπορικού οπωρώνα δεν είναι εύκολη. Είναι μια πολύ διαφορετική λειτουργία από τον παραδοσιακό τρόπο καλλιέργειας αβοκάντο στην Ινδία, όπου φυτεύονταν μεταξύ άλλων καλλιεργειών για σκιά.
Η δημιουργία ενός επαγγελματικού οπωρώνα, ωστόσο, απαιτεί κατάλληλο υποκείμενο, σωστό εμβολιασμό, συστηματικό κλάδεμα και προσεκτικό σχεδιασμό της επικονίασης.
Τα δέντρα μπορούν να φτάσουν τα 25 πόδια, καθιστώντας δύσκολη τη συγκομιδή, ενώ ο λανθασμένος συνδυασμός ποικιλιών μπορεί να μηδενίσει την καρποφορία.
Παράλληλα, το Ινδικό Ινστιτούτο Έρευνας Οπωροκηπευτικών εργάζεται εδώ και 25 χρόνια για τη δημιουργία σταθερών εγχώριων ποικιλιών. Έχει ήδη παρουσιάσει δύο, μεταξύ των οποίων την Arka Supreme, επιδιώκοντας ομοιόμορφη ποιότητα και υψηλές αποδόσεις.




































