Με το βλέμμα στραμμένο στην αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού και την αυστηρότερη εφαρμογή των κανονισμών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε στις 16 Σεπτεμβρίου το νέο Πακέτο Δίκαιης Κινητικότητας (Fair Labour Mobility Package).
Παρότι κάθε θεσμική πρόοδος για την ενίσχυση της διαφάνειας είναι καλοδεχούμενη, οι ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου: το να γίνεται η μετακίνηση «ευκολότερη» δεν σημαίνει απαραίτητα και «δίκαιη» για τους εργαζομένους.
Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του στο Social Europe ο Wouter Zwysen, ανώτερος ερευνητής στο Ευρωπαϊκό Συνδικαλιστικό Ινστιτούτο (ETUI), μια πραγματικά δίκαιη κινητικότητα θα σήμαινε ότι η μετεγκατάσταση εντός της Ε.Ε. για λόγους εργασίας είναι εξίσου απλή με τη μετακόμιση στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας.
Το κρίσιμο στοιχείο σε μια υγιή αγορά εργασίας θα έπρεπε να είναι η αμοιβή με βάση τις δεξιότητες και το αντικείμενο, και όχι την… καταγωγή. Η σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα, ωστόσο, απέχει θεαματικά από αυτό το ιδανικό.
Η παγίδα των «ελλείψεων» και τα μη ελκυστικά επαγγέλματα
Η εργασιακή κινητικότητα προβάλλεται σταθερά ως το βασικό εργαλείο για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της αγοράς.
Σύμφωνα με τις εκθέσεις του δικτύου EURES, η μετακίνηση προορίζεται να διορθώσει τις ανισορροπίες όπου ορισμένες περιοχές έχουν πλεόνασμα και άλλες υψηλή ζήτηση.
Το βαθύτερο πρόβλημα, ωστόσο, συχνά αποσιωπάται: οι ελλείψεις προσωπικού δεν οφείλονται απλώς στην απουσία διαθέσιμων εργαζομένων, αλλά στο γεγονός ότι πολλές θέσεις εργασίας είναι απλώς μη ελκυστικές.
Η κινητικότητα αξιοποιείται τελικά ως ένα πρόχειρο «τσιρότο» για να καλυφθούν τα κενά, χωρίς οι εργοδότες να χρειαστεί να βελτιώσουν τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας.
Παρότι η μετανάστευση και η κινητικότητα είναι απαραίτητες για την οικονομία, δεν μπορούν να αποτελούν υποκατάστατο των ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Μια σκληρή πραγματικότητα
Στην πράξη, η «κινητικότητα» αποτελεί συχνά έναν ευφημισμό της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας.
Για τον ίδιο τον εργαζόμενο, η αλλαγή κράτους-μέλους ισοδυναμεί με κανονική μετανάστευση – απλώς χωρίς την ανάγκη βίζας. Οι εργαζόμενοι αυτοί αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια:
- Πολιτισμικά και γλωσσικά τείχη που δυσκολεύουν την καθημερινότητά τους.
- Υποτιμημένα προσόντα, καθώς τα πτυχία τους συχνά αντιμετωπίζονται με καχυποψία.
- Έλλειψη κοινωνικών δικτύων, κάτι που τους περιορίζει στην αγορά εργασίας.
Ως αποτέλεσμα, περίπου 950.000 Ευρωπαίοι που μετακινούνται κάθε χρόνο (συνολικά γύρω στα 10 εκατομμύρια άτομα σε ηλικία εργασίας ζουν εκτός της χώρας τους) καταλήγουν συχνά σε θέσεις υποδεέστερες των προσόντων τους και κάτω από χειρότερες συνθήκες.
Οι ροές αυτές συνεχίζουν να κατευθύνονται κυρίως από τις φτωχότερες προς τις πλουσιότερες χώρες, λειτουργώντας ως φθηνή δεξαμενή οικονομικής μετανάστευσης, ιδίως από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Οι κίνδυνοι στα εργοτάξια
Ιδιαίτερα όσοι μετακινούνται για βραχυπρόθεσμη απασχόληση ή ως αποσπασμένοι εργαζόμενοι βρίσκονται σε καθεστώς απόλυτης εξάρτησης από τον εργοδότρια εταιρεία.
Οι ροές αυτές κινούνται συχνά κάτω από το ραντάρ των ελέγχων.
Όπως έχουν αναδείξει σοβαρά εργατικά ατυχήματα στον κατασκευαστικό τομέα, οι μακρές και περίπλοκες αλυσίδες υπεργολαβιών συνοδεύονται από πλήρη αποποίηση ευθυνών.
Συνδικάτα από όλη την Ευρώπη επισημαίνουν ότι οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι διατρέχουν τεράστιους κινδύνους σε τομείς όπως η γεωργία, η βιομηχανία τροφίμων και οι μεταφορές, ελλείψει ουσιαστικής νομικής σαφήνειας και επιβολής των κανόνων.
Το μεγάλο στοίχημα του νέου πακέτου είναι να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι προστατεύονται έμπρακτα, λαμβάνοντας τα αντίστοιχα οφέλη για τις δεξιότητές τους.
Ο κίνδυνος παραμένει ορατός: να αντιμετωπίζονται οι εργαζόμενοι πρωτίστως ως ένας φθηνός, ευάλωτος οικονομικός πόρος για να ικανοποιηθούν οι πιέσεις των επιχειρήσεων στη Δυτική Ευρώπη, αντί να προωθούνται ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Πηγή: in.gr




































