Η Τράπεζα της Ρωσίας υπέβαλε αίτηση στο Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, αμφισβητώντας τους περιορισμούς στην αναγνώριση ρωσικών δικαστικών αποφάσεων, σε μια προσπάθεια να ανοίξει νομικός δρόμος διεκδίκησης, από την Μόσχα, των «παγωμένων» κεφαλαίων της στο Βέλγιο.
«Η προσβαλλόμενη διάταξη εισάγει έναν μηχανισμό που επιτρέπει στα δικαστήρια των κρατών μελών της ΕΕ να απαγορεύουν σε Ρώσους πολίτες, μεταξύ άλλων, να ζητούν την αναγνώριση και την εκτέλεση μεμονωμένων ρωσικών δικαστικών αποφάσεων σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία», αναφέρει η δήλωση της ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας που αναρτήθηκε στον ιστότοπό της.
Η ρωσική Κεντρική Τράπεζα θεωρεί την παραπάνω διάταξη ως άμεση προσπάθεια παρέμβασης στις τρέχουσες δικαστικές διαδικασίες στο Βέλγιο και αποτροπής της εκτέλεσης της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας κατά του θεματοφυλάκου Euroclear.
Στα μέσα Μαΐου, το δικαστήριο έκανε πλήρως δεκτή την αγωγή της Τράπεζας της Ρωσίας, επιδικάζοντας στον εναγόμενο αποζημίωση συνολικού ύψους περίπου 200 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Αφού το εφετείο απέρριψε την έφεση, η απόφαση τέθηκε σε ισχύ.
Σε απάντηση, η Euroclear κίνησε διαδικασία σε βελγικό δικαστήριο για να εμποδίσει την εφαρμογή της εκτός Ρωσίας.
Στο μεταξύ, το Συμβούλιο της ΕΕ, στο πλαίσιο της 21ης δέσμης αντιρωσικών κυρώσεων, ενέκρινε κανονισμό που θεσπίζει έναν κοινό κανόνα για τα δικαστήρια σε όλα τα κράτη μέλη: έχουν πλέον το δικαίωμα να απαγορεύουν την εκτέλεση ρωσικών δικαστικών αποφάσεων.
Έτσι, κατοχύρωσε νομικά τον μηχανισμό που επιτρέπει στον βελγικό θεματοφύλακα να αποφεύγει την εκτέλεση της ετυμηγορίας του δικαστηρίου της Μόσχας.


































