Στις αρχές φθινοπώρου του 2023 οι συνθήκες συναγερμού που επικρατούσαν επί χρόνια στις τράπεζες, αρχικά λόγω της οικονομικής κρίσης και σε δεύτερο χρόνο εξαιτίας της πανδημίας, αποκλιμακώνονται αισθητά.
Τα κόκκινα δάνεια έχουν εν πολλοίς αποενοποιηθεί, χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις ουσιαστικού πισωγυρίσματος παρά την εν εξελίξει εκείνη την εποχή άνοδο των επιτοκίων, η εμπιστοσύνη επανέρχεται, όπως καταδεικνύει η αύξηση των καταθέσεων και οι εκταμιεύσεις δανείων ενισχύονται σταθερά, με στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Οπως θυμάται τραπεζική πηγή, «όλα συνηγορούσαν στο ότι ο κλάδος οδεύει προς δεύτερη σερί χρήση ισχυρής κερδοφορίας, μετά την επιστροφή του σε θετικό αποτέλεσμα άνω των 3,5 δισ. ευρώ το 2022. Κι όλα αυτά με τον πολιτικό κίνδυνο να έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί, σε συνέχεια των βουλευτικών εκλογών του Ιουνίου 2023».
Η αποκρατικοποίηση
Σε εκείνη τη φάση το Ελληνικό Δημόσιο διατηρεί σημαντικά ποσοστά σε τρεις συστημικούς ομίλους και στοχεύει στην όσο το δυνατόν πιο γρήγορη αποεπένδυση.
Παρά το γύρισμα των τραπεζών, ωστόσο, υπάρχει η αίσθηση στην αγορά ότι το εγχείρημα προσέλκυσης ξένων επενδυτών μόνον εύκολο δεν θα είναι. «Επρεπε να διατεθούν με λίγες συναλλαγές ποσοστά από 9% έως 40% πιστωτικών ιδρυμάτων που μόλις είχαν εξέλθει μιας μεγάλης περιπέτειας» σημειώνει σχετικά αναλυτής. Οι εκθέσεις της περιόδου από ξένους οίκους θέτουν το ζήτημα επί τάπητος. Οπως αναφέρουν, μπορεί οι τράπεζες να έχουν εξυγιάνει ισολογισμούς και βελτιώσει με θεαματικό τρόπο τους κύριους χρηματοοικονομικούς τους δείκτες, το αγκάθι ωστόσο της ποιότητας των κεφαλαίων τους, που αποτελούνται από αναβαλλόμενο φόρο (DTC) σε ποσοστό άνω του 50%, συνιστά σοβαρό μειονέκτημα.
Οι προβληματισμοί τους πάντως δεν αποτελούν εμπόδιο για την ταχεία αποκρατικοποίηση στον κλάδο, όπως καταδεικνύει η ευκολία με την οποία διαθέτει μέσα σε λίγους μήνες τα ποσοστά του το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).
Πόνταρε στην έξοδο
Η αρχή γίνεται με τη Eurobank να επαναγοράζει τον Οκτώβριο του 2023 το 1,4% των μετοχών της και να επιστρέφει πλήρως στον ιδιωτικό τομέα. Η τράπεζα έχει ήδη βασικό μέτοχο, τον όμιλο Fairfax, που στα χρόνια της μεγάλης κρίσης πόνταρε στην έξοδο της Ελλάδας από την κρίση.
Τον επόμενο μήνα ανακοινώνεται το deal της Alpha Bank με τη UniCredit, στο πλαίσιο του οποίου η δεύτερη αποκτά από το ΤΧΣ το 9% περίπου των μετοχών της. Πρόκειται για την πρώτη επένδυση ξένης τράπεζας στη χώρα μετά από 17 χρόνια. Τίθενται με τον τρόπο αυτόν οι βάσεις για την ένταξη του πιστωτικού ιδρύματος στην ομπρέλα του ιταλικού ομίλου, ο οποίος τα τελευταία χρόνια στοχεύει να εφαρμόσει στην πράξη μέσω εξαγορών την τραπεζική ένωση στην Ευρώπη.
Ακολουθεί η Εθνική Τράπεζα με τη διάθεση από το ΤΧΣ του 22% των μετοχών της σε μεγάλο αριθμό διεθνών και ελλήνων επενδυτών, ενώ τον Μάρτιο του 2024 συνεχίζει η Πειραιώς που γίνεται η τρίτη συστημική τράπεζα χωρίς κρατική συμμετοχή, μετά την πώληση ενός πακέτου ύψους 27%.
Σε αντίθεση όμως με Alpha Bank και Eurobank, οι άλλοι δύο όμιλοι παραμένουν πολυμετοχικοί, χωρίς έναν πανίσχυρο πόλο ελέγχου τους, καθώς το όποιο ενδιαφέρον για τις μετοχές του ΤΧΣ από μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα δεν εξελίσσεται σε γάμο. Ο κύκλος των σχετικών συναλλαγών κλείνει τον Οκτώβριο του 2024 με τη διάθεση επιπλέον 10% της Εθνικής Τράπεζας στην επενδυτική κοινότητα με αρκετή επίσης διασπορά.
Η μεγέθυνση
Ιδιωτικοποιημένοι πλέον οι συστημικοί όμιλοι, με την αξιοποίηση της κερδοφορίας τους που έχει επιτρέψει τη δημιουργία μεγάλων κεφαλαιακών μαξιλαριών, περνούν στη φάση των στρατηγικών κινήσεων με στόχο να μεγαλώσουν. Με ένα μπαράζ εξαγορών που ξεκινούν ουσιαστικά το 2024 και συνεχίζονται ως σήμερα, επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους εντός και εκτός συνόρων, αποκτώντας τον έλεγχο τραπεζών και άλλων εταιρειών από τον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό τομέα.
Ταυτόχρονα, μέσω των επιτυχημένων πλάνων μετασχηματισμού, το μοντέλο λειτουργίας τους καθίσταται από τα πλέον αποτελεσματικά στην Ευρώπη. Η σύγκριση με τις υπόλοιπες τράπεζες που εποπτεύει άμεσα ο SSM είναι ενδεικτική, καθώς οι ελληνικές υπερέχουν σχεδόν σε όλα τα επίπεδα από τον μέσο όρο.
Επιπλέον, οι κερδοφόρες χρήσεις συνεχίζονται κόντρα στη μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ από τα μέσα του 2024, επιτρέποντας τη δυναμική επιστροφή στην εποχή των μερισμάτων μετά από 16 χρόνια, ενώ δρομολογείται η ταχύτερη επίλυση του μοναδικού ίσως ουσιαστικού ελαττώματος. Ο λόγος γίνεται για το DTC, το οποίο δεν θα αποτελεί πρόβλημα μέχρι το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, καθώς συμφωνήθηκε η γρηγορότερη απόσβεσή του.
Ο ανταγωνισμός με ΗΠΑ
Ολα αυτά επιτυγχάνονται ενώ στην Ευρώπη έχει ανοίξει για τα καλά η συζήτηση για την ανάγκη δημιουργίας σχημάτων ικανών να ανταγωνιστούν τα αμερικανικά. Κόντρα στο πολιτικό σύστημα των μεγαλύτερων κρατών στην ευρωζώνη, η ΕΚΤ ζητεί ευθέως διασυνοριακές ενώσεις τραπεζών ώστε οι νέοι όμιλοι να εξασφαλίσουν το αναγκαίο εκτόπισμα.
Στην Ελλάδα, σε αντίθεση π.χ. με τη Γερμανία, η κυβέρνηση της οποίας αντιτάχθηκε επί μακρόν στην εξαγορά της Commerzbank από τη UniCredit και συνεχίζει να θέτει όρους, οι Αρχές είναι απολύτως θετικές σε κινήσεις αυτής της μορφής. Τόσο το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο όσο και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας χαιρέτισαν από την πρώτη στιγμή την απόκτηση από τον ιταλικό όμιλο των μετοχών της Alpha Bank, ενώ οι δημόσιες τοποθετήσεις υπέρ των πολυεθνικών οργανισμών μέσω συγχωνεύσεων είναι συνεχείς.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα από το Βερολίνο όπου βρέθηκε, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης τόνισε μεταξύ άλλων πως «χρειαζόμαστε μεγαλύτερες τράπεζες στην Ευρώπη, οι οποίες θα μπορούν να προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες, να χορηγούν περισσότερη χρηματοδότηση στις επιχειρήσεις και να παρέχουν υψηλότερα επίπεδα ρευστότητας στην οικονομία». Υπογράμμισε δε την ανάγκη για ολοκλήρωση της Ενωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Εκθέσεις ξένων οίκων
Σε αυτό το περιβάλλον, οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι αναδεικνύονται στις εκθέσεις κορυφαίων οίκων τους τελευταίους μήνες ως ενδεχόμενοι στόχοι εξαγορών από δυτικοευρωπαϊκές τράπεζες.
Κι αυτό διότι μέσω του οικοσυστήματος κερδοφόρων δραστηριοτήτων που έχουν δημιουργήσει, συνιστούν μία πλατφόρμα που παρέχει ευρεία παρουσία στην ελληνική και κυπριακή αγορά, καθώς και σε επιμέρους χώρες των Βαλκανίων. Η πιο χαρακτηριστική έκθεση, στην οποία υπήρξε αναφορά ακόμη και σε πιθανούς συνδυασμούς τραπεζών, ήταν αυτή της Deutsche Bank προ δύο μηνών.
Σε αυτήν επισημαίνεται ότι για την Alpha Bank το ερώτημα δεν είναι το αν, αλλά το πότε η UniCredit θα αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο. Παράλληλα οι αναλυτές της γράφουν για συγκεκριμένους μνηστήρες που θα μπορούσαν να ενδιαφερθούν για τους υπόλοιπους εγχώριους συστημικούς παίκτες.
Συγκεκριμένα, αναφέρονται στην αυστριακή Erste Bank, τη βελγική KBC και τις γαλλικές BNP Paribas και Credit Agricole. Στη Eurobank τα πάντα θα εξαρτηθούν από τις διαθέσεις του βασικού της μετόχου, της Fairfax. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι στοχεύει σε αποεπένδυση.
Η Πειραιώς είναι από την άλλη μία ελκυστική περίπτωση, με μεγαλύτερο μέτοχο τον Τζον Πόλσον, το ποσοστό του οποίου διαμορφώνεται σε 14%. Εχει σημασία λοιπόν πώς θα κινηθεί αν υπάρξει πρόταση εξαγοράς.
Τέλος, στην Εθνική Τράπεζα καταλύτης θα μπορούσε να αποτελέσει το 8% που συνεχίζει να κατέχει το Δημόσιο. Σε κάθε περίπτωση όμως, η απόφαση για την πλήρη αποσύνδεσή της από το κράτος είναι πολιτική.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ






































