Ένα «Ελληνικό Industrial Deal με ορίζοντα το 2035 προτείνει ο Βασίλης Μαγκλάρας, Τομεάρχης Βιομηχανικής Πολιτικής της ΕΛ.Α.Σ. με συνέντευξη του στον ΟΤ. Ο Βασίλης Μαγκλάρας μιλά στον Οικονομικό Ταχυδρόμο για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας και την ανάγκη μιας νέας εθνικής βιομηχανικής στρατηγικής.
Ασκεί κριτική στην κυβέρνηση για την απουσία, όπως υποστηρίζει, συνεκτικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης και προτείνει ένα «Ελληνικό Industrial Deal 2035», με στρατηγικούς κλάδους, μακροχρόνια ενεργειακά συμβόλαια και άμεση αξιοποίηση των νέων ευρωπαϊκών εργαλείων.
Προτείνει επίσης πέντε άμεσες παρεμβάσεις για την αλλαγή της βιομηχανικής πολιτικής της χώρας.
Την περίοδο 2018–2024 πραγματοποιήθηκαν περισσότερα από 36 δισ. ευρώ επενδύσεων στη βιομηχανία, πάνω από τα μισά στη μεταποίηση. Αυτό αποδεικνύει ότι υπάρχει επιχειρηματική δυναμική. Το ζητούμενο είναι αν η πολιτεία τη μετατρέπει σε συνολικό παραγωγικό άλμα. Εκεί εντοπίζεται η πολιτική μας διαφωνία με την κυβέρνηση. Δεν αρκεί να πανηγυρίζεις για μεμονωμένες επενδύσεις. Χρειάζεται στρατηγική
ΕΡ.: Μετά από περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, πού βρίσκεται σήμερα η ελληνική βιομηχανία; Έχει αλλάξει πράγματι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας;
ΑΠ.: Θα ήταν λάθος να μηδενίσουμε όσα έχουν πετύχει οι ίδιες οι ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις. Η ελληνική βιομηχανία απέδειξε ανθεκτικότητα, επένδυσε, αύξησε την εξωστρέφειά της και διαθέτει πλέον επιχειρήσεις με σημαντική διεθνή παρουσία.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό: αξιοποίησε η κυβέρνηση αυτή τη δυναμική για να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας; Η δική μας απάντηση είναι ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος και ανταγωνιστικότητα από την χώρα έναντι των ευρωπαίων εταίρων μας.
Γι’ αυτό προτείνουμε ένα Ελληνικό Industrial Deal 2035: μια δεκαετή εθνική συμφωνία για την παραγωγή, με συγκεκριμένους στόχους για βιομηχανικές επενδύσεις, εξαγωγές, παραγωγικότητα, έρευνα, ενεργειακό κόστος και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Τα τελευταία επτά χρόνια ακούσαμε πολλές φορές τις λέξεις «παραγωγικός μετασχηματισμός», «επενδύσεις», «πράσινη μετάβαση» και «επαναβιομηχάνιση». Αυτό που δεν είδαμε είναι ένα συνεκτικό εθνικό βιομηχανικό σχέδιο που να απαντά σε απλά αλλά κρίσιμα ερωτήματα: Τι θέλουμε να παράγει η Ελλάδα το 2035; Σε ποιους κλάδους θέλουμε να αποκτήσουμε ευρωπαϊκό πλεονέκτημα; Πώς θα εξασφαλίσουμε ανταγωνιστική ενέργεια; Πώς θα αυξήσουμε την εγχώρια προστιθέμενη αξία και τις εξαγωγές;
Την περίοδο 2018–2024 πραγματοποιήθηκαν περισσότερα από 36 δισ. ευρώ επενδύσεων στη βιομηχανία, πάνω από τα μισά στη μεταποίηση. Αυτό αποδεικνύει ότι υπάρχει επιχειρηματική δυναμική. Το ζητούμενο είναι αν η πολιτεία τη μετατρέπει σε συνολικό παραγωγικό άλμα. Εκεί εντοπίζεται η πολιτική μας διαφωνία με την κυβέρνηση. Δεν αρκεί να πανηγυρίζεις για μεμονωμένες επενδύσεις. Χρειάζεται στρατηγική.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει μεγάλο παραγωγικό και εμπορικό έλλειμμα. Και μια οικονομία που θέλει να είναι πραγματικά ανθεκτική δεν μπορεί να στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση, στις υπηρεσίες και στις εισαγωγές. Χρειάζεται πολύ ισχυρότερη παραγωγική βάση.
ΕΡ.: Η ενεργοβόρος βιομηχανία επιμένει ότι το ενεργειακό κόστος αποτελεί πλέον ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Ποια είναι η δική σας πρόταση;
ΑΠ.: Εδώ πρέπει να σταματήσουμε να συζητάμε το πρόβλημα και να περάσουμε στις λύσεις. Μια χαλυβουργία, μια βιομηχανία αλουμινίου, τσιμέντου, γυαλιού ή άλλων ενεργοβόρων προϊόντων δεν μπορεί να σχεδιάσει μια επένδυση εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ όταν δεν έχει επαρκή ορατότητα για το ενεργειακό της κόστος. Και σε περιόδους ενεργειακής κρίσης, όπως η σημερινή, απειλείται η ίδια της η επιβίωση.
Η Ευρώπη έχει ήδη αλλάξει πολιτική. Το CISAF επιτρέπει ειδικά μέτρα για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των ενεργοβόρων επιχειρήσεων και το METSAF διευρύνει προσωρινά τη δυνατότητα στήριξης, αυξάνοντας υπό προϋποθέσεις την ένταση ενίσχυσης για την επιλέξιμη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από 50% έως 70%. Επομένως το ερώτημα προς την κυβέρνηση είναι συγκεκριμένο: πόσο γρήγορα θα αξιοποιήσει αυτά τα εργαλεία και με ποιο σχέδιο
Προτείνουμε, λοιπόν, τη δημιουργία ενός ελληνικού μηχανισμού μακροχρόνιων ενεργειακών συμβολαίων έως 15 ετών για την ενεργοβόρο βιομηχανία. Υπάρχουν ευρωπαϊκά παραδείγματα. Η EDF στη Γαλλία προσφέρει μέσω των CAPN πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια για 10 ή 15 χρόνια, με τιμές που συνδέονται με το κόστος του πυρηνικού της χαρτοφυλακίου και όχι απευθείας με τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς.
Προφανώς η Ελλάδα δεν έχει το γαλλικό ενεργειακό μείγμα. Έχει όμως ένα διαφορετικό συγκριτικό πλεονέκτημα: ένα ταχύτατα αναπτυσσόμενο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ. Άρα μπορούμε να δημιουργήσουμε το δικό μας μοντέλο: μακροχρόνια PPAs, ΑΠΕ, αποθήκευση, κατάλληλες εγγυήσεις και μηχανισμούς επιμερισμού κινδύνου, ώστε η ελληνική βιομηχανία να αποκτήσει μακροχρόνια προβλεψιμότητα.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο επείγον: CISAF και METSAF.
Η Ευρώπη έχει ήδη αλλάξει πολιτική. Το CISAF επιτρέπει ειδικά μέτρα για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των ενεργοβόρων επιχειρήσεων και το METSAF διευρύνει προσωρινά τη δυνατότητα στήριξης, αυξάνοντας υπό προϋποθέσεις την ένταση ενίσχυσης για την επιλέξιμη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από 50% έως 70%.
Επομένως το ερώτημα προς την κυβέρνηση είναι συγκεκριμένο: πόσο γρήγορα θα αξιοποιήσει αυτά τα εργαλεία και με ποιο σχέδιο;
Η χώρα χρειάζεται συγκεκριμένες επιλογές. Θα έθετα στην πρώτη γραμμή τα μέταλλα και τη μεταλλουργία, το αλουμίνιο και τον χάλυβα, τη φαρμακοβιομηχανία, την αμυντική και ναυπηγική βιομηχανία, την αγροδιατροφική μεταποίηση, τα δομικά υλικά, τα χημικά και τον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό. Είναι κλάδοι στους οποίους είτε διαθέτουμε ήδη ισχυρή παραγωγική βάση και εξαγωγική παρουσία είτε μπορούμε να αναπτύξουμε σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα
Γιατί όταν οι ανταγωνιστές των ελληνικών επιχειρήσεων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποιούν αποτελεσματικότερα τα διαθέσιμα εργαλεία, η καθυστέρηση μετατρέπεται σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα.
Και πρέπει να εξετάσουμε συνολικά τον λογαριασμό ενέργειας: όχι μόνο την τιμή προμήθειας, αλλά και τις χρεώσεις δικτύου, τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις. Η ενεργειακή πολιτική πρέπει πλέον να αποτελεί οργανικό μέρος της βιομηχανικής πολιτικής.
ΕΡ.: Αναφέρεστε σε επιλογή στρατηγικών κλάδων. Ποιοι πρέπει να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή μιας νέας βιομηχανικής πολιτικής;
ΑΠ.: Πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουμε μια παλιά ελληνική συνήθεια: να χαρακτηρίζουμε τα πάντα «στρατηγικά». Όταν όλα είναι προτεραιότητα, τελικά τίποτα δεν είναι πραγματική προτεραιότητα.
Η χώρα χρειάζεται συγκεκριμένες επιλογές. Θα έθετα στην πρώτη γραμμή τα μέταλλα και τη μεταλλουργία, το αλουμίνιο και τον χάλυβα, τη φαρμακοβιομηχανία, την αμυντική και ναυπηγική βιομηχανία, την αγροδιατροφική μεταποίηση, τα δομικά υλικά, τα χημικά και τον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό. Είναι κλάδοι στους οποίους είτε διαθέτουμε ήδη ισχυρή παραγωγική βάση και εξαγωγική παρουσία είτε μπορούμε να αναπτύξουμε σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα αξιοποιήσει αυτή την ευρωπαϊκή στροφή για να προσελκύσει παραγωγή και επενδύσεις ή αν θα παρακολουθήσει άλλες χώρες να χρησιμοποιούν τα ίδια εργαλεία γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα
Παράλληλα πρέπει να επενδύσουμε στους κλάδους της επόμενης δεκαετίας: αποθήκευση ενέργειας, εξοπλισμό για ΑΠΕ και δίκτυα, προηγμένα υλικά, ψηφιοποίηση της παραγωγής, εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης στη μεταποίηση και τεχνολογίες που συνδέονται με την ενεργειακή μετάβαση. Και για κάθε στρατηγικό κλάδο πρέπει να υπάρχει ξεχωριστό sector plan δεκαετίας: πού βρισκόμαστε σήμερα, πού θέλουμε να φτάσουμε, ποιες επενδύσεις απαιτούνται, ποιες δεξιότητες λείπουν, ποια είναι τα εμπόδια και ποιοι είναι οι μετρήσιμοι στόχοι για παραγωγή, εξαγωγές και απασχόληση.
Δεν είναι ελληνική ιδιοτροπία. Η ίδια η Ευρώπη αλλάζει βιομηχανικό δόγμα.
Με το Clean Industrial Deal, το CISAF και τα νέα εργαλεία χρηματοδότησης και κρατικών ενισχύσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει πλέον ότι η ανταγωνιστική ενέργεια, η παραγωγική ικανότητα και η στρατηγική αυτονομία αποτελούν προϋποθέσεις οικονομικής ισχύος.
Βιομηχανική πολιτική δεν σημαίνει ότι το κράτος μοιράζει επιδοτήσεις ούτε ότι επιλέγει ποια επιχείρηση θα πετύχει
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα αξιοποιήσει αυτή την ευρωπαϊκή στροφή για να προσελκύσει παραγωγή και επενδύσεις ή αν θα παρακολουθήσει άλλες χώρες να χρησιμοποιούν τα ίδια εργαλεία γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα.
Προτείνουμε έναν μόνιμο μηχανισμό χρηματοδότησης της βιομηχανικής μετάβασης, με τη συμμετοχή της Αναπτυξιακής Τράπεζας, των εμπορικών τραπεζών, ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών θεσμών και ιδιωτικών κεφαλαίων. Οι δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι πρέπει να λειτουργούν ως μοχλός και όχι ως υποκατάστατο της ιδιωτικής επένδυσης
ΕΡ.: Όλα αυτά απαιτούν σημαντικούς πόρους. Πώς θα χρηματοδοτηθούν χωρίς να καταλήξουμε σε μια νέα πολιτική επιδοτήσεων;
ΑΠ.: Βιομηχανική πολιτική δεν σημαίνει ότι το κράτος μοιράζει επιδοτήσεις ούτε ότι επιλέγει ποια επιχείρηση θα πετύχει.
Σημαίνει ότι το Δημόσιο δημιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον ώστε να κινητοποιηθούν πολλαπλάσια ιδιωτικά κεφάλαια προς παραγωγικές επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Επίσης, ότι αξιοποιεί την μετοχική του ισχύ στις επιχειρήσεις ενέργειας και δικτύων που ελέγχει ή θα έπρεπε να ελέγχει, προκειμένου να ρυθμίζει αποτελεσματικά την αγορά, να διαφυλάσσει την παραγωγική και μεταποιητική δυναμική της χώρας και να προτάσσει το δημόσιο συμφέρον, έναντι της πρόσκαιρης απόδοσης μερισμάτων σε «περαστικούς» επενδυτές…
Επίσης, προτείνουμε έναν μόνιμο μηχανισμό χρηματοδότησης της βιομηχανικής μετάβασης, με τη συμμετοχή της Αναπτυξιακής Τράπεζας, των εμπορικών τραπεζών, ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών θεσμών και ιδιωτικών κεφαλαίων. Οι δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι πρέπει να λειτουργούν ως μοχλός και όχι ως υποκατάστατο της ιδιωτικής επένδυσης.
Χρειαζόμαστε συνεπώς νέα σύνδεση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων. Η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν γίνεται μόνο με μηχανήματα και κεφάλαια. Χρειάζεται και ανθρώπους
Χρειάζεται επίσης ένα πραγματικό one-stop-shop για τις στρατηγικές βιομηχανικές επενδύσεις. Ένας υπεύθυνος φορέας, συγκεκριμένες προθεσμίες, ψηφιακή παρακολούθηση κάθε επένδυσης και λογοδοσία για τις καθυστερήσεις. Τον συντονιστικό ρόλο σε αυτό μπορεί να έχει το Συμβούλιο Βιομηχανικής Πολιτικής.
Δεν είναι δυνατόν να ζητάμε από έναν επενδυτή να δεσμεύσει εκατοντάδες εκατομμύρια και ταυτόχρονα να μην μπορούμε να του πούμε με σαφήνεια πότε θα ολοκληρωθεί η αδειοδότηση ή πότε θα αποκτήσει την απαιτούμενη σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο.
Και υπάρχει ένα ακόμη κρίσιμο κεφάλαιο: το ανθρώπινο δυναμικό. Η βιομηχανία χρειάζεται τεχνικούς, μηχανικούς, χειριστές σύγχρονων συστημάτων παραγωγής, ειδικούς αυτοματισμού και ψηφιακών εφαρμογών.
Χρειαζόμαστε συνεπώς νέα σύνδεση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων. Η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν γίνεται μόνο με μηχανήματα και κεφάλαια. Χρειάζεται και ανθρώπους.
ΕΡ.: Αν αύριο μπορούσατε να αλλάξετε τη βιομηχανική πολιτική της χώρας, ποιες θα ήταν οι πρώτες αποφάσεις σας;
ΑΠ.: Θα ξεκινούσα άμεσα με πέντε συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Πρώτον, πλήρης και ταχεία αξιοποίηση του CISAF και του METSAF για την ενεργοβόρο βιομηχανία.
Δεύτερον, δημιουργία ελληνικού πλαισίου μακροχρόνιων ενεργειακών συμβολαίων έως 15 ετών, με αξιοποίηση των ΑΠΕ, των PPAs, της αποθήκευσης και κατάλληλων μηχανισμών εγγυήσεων, με σημαίνοντα τον ρόλο των επιχειρήσεων ενέργειας και δικτύων στις οποίες το ελληνικό δημόσιο έχει ισχυρή μετοχική παρουσία και έλεγχο.
Τρίτον, ένα Ελληνικό Industrial Deal 2035, με συγκεκριμένους στρατηγικούς κλάδους και δεκαετή sector plans, που θα περιλαμβάνουν μετρήσιμους στόχους για επενδύσεις, παραγωγή, εξαγωγές, έρευνα και θέσεις εργασίας.
Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η δική μας κριτική είναι συγκεκριμένη: η απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες περί παραγωγικού μετασχηματισμού και σε μια ολοκληρωμένη εθνική βιομηχανική στρατηγική παραμένει μεγάλη
Τέταρτον, νέο καθεστώς ταχείας αδειοδότησης των μεγάλων παραγωγικών επενδύσεων και ουσιαστικό one-stop-shop.
Και πέμπτον, σύνδεση της βιομηχανικής πολιτικής με την ενέργεια, την άμυνα, την έρευνα, την παιδεία και την οικονομική ασφάλεια.
Διότι το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο από την πορεία ενός οικονομικού δείκτη. Η Ευρώπη έχει πλέον αντιληφθεί ότι η παραγωγική ικανότητα αποτελεί στοιχείο οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος. Φάρμακα, τρόφιμα, μέταλλα, ενέργεια, αμυντικός εξοπλισμός και κρίσιμες τεχνολογίες δεν μπορούμε να θεωρούμε δεδομένο ότι θα είναι πάντοτε διαθέσιμα από τρίτες χώρες.
Η δική μας πρόταση είναι σαφής: περισσότερη παραγωγή, περισσότερη βιομηχανία, περισσότερη ελληνική προστιθέμενη αξία
Η Ελλάδα διαθέτει επιχειρήσεις με διεθνή παρουσία, ανθρώπινο κεφάλαιο, γεωγραφική θέση και σημαντικές ενεργειακές δυνατότητες. Αυτό που χρειάζεται είναι μια Πολιτεία που θα αντιμετωπίσει επιτέλους την παραγωγή ως εθνική στρατηγική προτεραιότητα.
Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η δική μας κριτική είναι συγκεκριμένη: η απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες περί παραγωγικού μετασχηματισμού και σε μια ολοκληρωμένη εθνική βιομηχανική στρατηγική παραμένει μεγάλη.
Το ερώτημα για την επόμενη δεκαετία είναι τελικά απλό: θέλουμε μια Ελλάδα που κυρίως καταναλώνει και εισάγει ή μια Ελλάδα που παράγει, εξάγει και ανταγωνίζεται;
Η δική μας πρόταση είναι σαφής: περισσότερη παραγωγή, περισσότερη βιομηχανία, περισσότερη ελληνική προστιθέμενη αξία.
Γιατί χωρίς παραγωγική ισχύ δεν υπάρχει ούτε πραγματική οικονομική ανθεκτικότητα ούτε στρατηγική αυτονομία.








































