Με τιμή-στόχο τα 5,1 ευρώ και σύσταση αγοράς, αρχίζει την κάλυψη της AVAX η AXIA – Alpha Finance, εκτιμώντας ότι η μετοχή διαθέτει περιθώριο ανόδου 63% από τα τρέχοντα επίπεδα.
Όπως επισημαίνει, η αγορά δεν έχει ακόμη αναγνωρίσει πλήρως την αξία που ενσωματώνει ο κατασκευαστικός βραχίονας του ομίλου, αλλά και το σημαντικό χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων και τα περιουσιακά του στοιχεία.
Η επενδυτική ιστορία της AVAX στηρίζεται στην ικανότητά της να αναλαμβάνει και να εκτελεί έγκαιρα μεγάλα έργα υποδομών και ενέργειας, επιτυγχάνοντας υψηλά περιθώρια κέρδους. Παράλληλα, το ήδη σημαντικό ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων, σε συνδυασμό με τις ευνοϊκές προοπτικές της ελληνικής αγοράς υποδομών και την ισχυρή ζήτηση για ενεργειακά έργα και έργα δικτύων στην Ευρώπη, δημιουργούν προϋποθέσεις για τη διατήρηση της αναπτυξιακής της πορείας.
Την ίδια στιγμή, η διοίκηση εξετάζει νέες ευκαιρίες σε παραχωρήσεις και συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), καθώς και την πιθανή επανείσοδο στην αγορά ενέργειας, με έμφαση σε φωτοβολταϊκά έργα και συστήματα αποθήκευσης ενέργειας μέσω μπαταριών.
Σημαντικές ευκαιρίες
Η AXIA – Alpha Finance εκτιμά ότι η ελληνική αγορά κατασκευών εξακολουθεί να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες, καθώς οι επενδυτικές ανάγκες τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα παραμένουν αυξημένες. Η πραγματική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία των κατασκευών αυξήθηκε κατά περίπου 13% το 2025, έναντι αύξησης περίπου 2% του πραγματικού ΑΕΠ, ενώ τα ιστορικά υψηλά ανεκτέλεστα των κατασκευαστικών ομίλων εξασφαλίζουν ορατότητα εσόδων για τα επόμενα χρόνια.
Σε αυτό το περιβάλλον, η AXIA – Alpha Finance αναμένει ότι η AVAX θα συνεχίσει να διεκδικεί μεγαλύτερα, πιο σύνθετα και υψηλότερης κερδοφορίας έργα, ανανεώνοντας το υφιστάμενο ανεκτέλεστό της, το οποίο προσφέρει ορατότητα κερδών για περίπου τρία χρόνια.
Παράλληλα, ο όμιλος διαθέτει ήδη ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων και ΣΔΙΤ, με εκτιμώμενα έσοδα 600 εκατ. ευρώ έως το 2040 και 1 δισ. ευρώ έως το 2062, ενώ, με όχημα τον υγιή ισολογισμό του, αναμένεται να διεκδικήσει νέες συμβάσεις που θα προκηρύξει το Ελληνικό Δημόσιο.
Εκτιμήσεις
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη βελτίωση της χρηματοοικονομικής θέσης της AVAX, στην ενίσχυση της μετατροπής των κερδών σε ταμειακές ροές και στη σταδιακή αναβάθμιση της ποιότητας των εσόδων της. Η AXIA – Alpha Finance προβλέπει ότι ο δείκτης καθαρού δανεισμού προς EBITDA θα υποχωρήσει από περίπου 2,1 φορές το 2025 σε μόλις 0,4 φορές το 2030, καθώς ο δανεισμός θα μειώνεται και η ρευστότητα θα ενισχύεται.
Την ίδια περίοδο, η μετατροπή των κερδών σε ταμειακές ροές εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από περίπου 40% σε πάνω από 50%. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους αναμένεται να ενισχυθούν από 48 εκατ. ευρώ το 2025 σε 75,9 εκατ. ευρώ το 2030, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 9,6%, με βασικό μοχλό τις κατασκευές και αυξανόμενη συνεισφορά από τις παραχωρήσεις.
Ειδικότερα, το μερίδιο των παραχωρήσεων στο EBITDA του ομίλου εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 7% σε 23% έως το 2030. Η αποκλιμάκωση του δανεισμού αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την οικονομική ευελιξία της εταιρείας, επιτρέποντας τόσο επιλεκτικές επενδύσεις όσο και βιώσιμες διανομές προς τους μετόχους, με τον δείκτη διανομής κερδών να σταθεροποιείται σταδιακά στο 40% και τη μερισματική απόδοση για το 2027 να εκτιμάται στο 3,7%.
Σημαντικό το discount
Σε επίπεδο αποτίμησης, η AXIA – Alpha Finance προσδιορίζει την εύλογη αξία της AVAX στα 5,1 ευρώ ανά μετοχή, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο άθροισης των επιμέρους δραστηριοτήτων (Sum of the Parts – SoTP). Ο κατασκευαστικός τομέας αντιπροσωπεύει το 50,7% της εκτιμώμενης συνολικής επιχειρηματικής αξίας του ομίλου και οι παραχωρήσεις το 36,8%, με την ανάλυση να υιοθετεί, όπως σημειώνει, πιο συντηρητικές παραδοχές για την κερδοφορία των κατασκευών.
Για το 2027, η μετοχή διαπραγματεύεται με εκτιμώμενο δείκτη P/E 8,4 φορές και EV/EBITDA 5,5 φορές, έναντι 14 και 6,2 φορές αντίστοιχα για τις εταιρείες του κλάδου. Κατά την AXIA – Alpha Finance, η διαφορά αυτή δεν δικαιολογείται από την ισχυρή παραγωγή ταμειακών ροών, την αύξηση των επαναλαμβανόμενων κερδών, τη συνεχιζόμενη μείωση του δανεισμού και τις προοπτικές ανάπτυξης του ομίλου.
Τέλος, αναγνωρίζει τους προβληματισμούς που συνδέονται με τις καθυστερήσεις στην κατασκευή της Γραμμής 4 του Μετρό της Αθήνας, εκτιμώντας, ωστόσο, ότι ο αντίκτυπος στα οικονομικά μεγέθη θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια των καθυστερήσεων και ότι μια περιορισμένη χρονική μετάθεση δεν αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά τις προβλέψεις της.


































