Η αναταραχή στις αγορές ομολόγων φέρνει στην επιφάνεια μια αντίφαση που οι κυβερνήσεις προτιμούν να παρακάμπτουν. Οι ανάγκες δημόσιας χρηματοδότησης διευρύνονται, ο δανεισμός ακριβαίνει και οι αποφάσεις για την κατανομή του κόστους αναβάλλονται. Η διόγκωση του χρέους αποτυπώνει και την απροθυμία των κυβερνήσεων να ιεραρχήσουν ανάγκες και να αναλάβουν το πολιτικό κόστος των επιλογών τους.
Η άνοδος των αποδόσεων αντανακλά πληθωριστικές πιέσεις, γεωπολιτική αβεβαιότητα και υψηλές ανάγκες δανεισμού. Τα yields των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων άγγιξαν υψηλά δύο δεκαετιών, ενώ το spread του γαλλικού δεκαετούς έναντι του γερμανικού έφθασε στο υψηλότερο σημείο από την κρίση χρέους της ευρωζώνης. Οι αγορές δεν αξιολογούν ουδέτερα τη δημοσιονομική πολιτική, αποκαλύπτουν όμως πόσο ευάλωτος γίνεται ένας προϋπολογισμός που στηρίζεται στην προσδοκία ότι η αναχρηματοδότηση θα παραμένει εύκολη. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος πλησίασε το 94% του ΑΕΠ το 2025 και προβλέπεται να φθάσει στο 100% το 2029. Καθώς τα παλαιότερα δάνεια αντικαθίστανται με νέα, ακριβότερα, οι τόκοι απορροφούν όλο και περισσότερα έσοδα και περιορίζουν τις επιλογές.
Στις ΗΠΑ η κυβέρνηση επιδιώκει να συνδυάσει φορολογικές ελαφρύνσεις και στρατηγικές φιλοδοξίες με μεγάλα ελλείμματα. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προβλέπει έλλειμμα 1,9 τρισ. δολαρίων το 2026, σχεδόν 6% του ΑΕΠ, ενώ οι καθαροί τόκοι ξεπερνούν τις αμυντικές δαπάνες. Η διεθνής θέση του δολαρίου διευκολύνει τη χρηματοδότηση, χωρίς να καταργεί τον δημοσιονομικό περιορισμό. Η προσδοκία ότι η ανάπτυξη θα καλύψει αυτομάτως το κενό μετατρέπει μια αβέβαιη υπόθεση σε άλλοθι.
Στην Ευρώπη, η αναβολή έχει διαφορετική μορφή. Στη Γαλλία, η πολιτική αβεβαιότητα εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2027 δυσχεραίνει τη διαμόρφωση μιας αξιόπιστης δημοσιονομικής πορείας και επιβαρύνει το κόστος δανεισμού. Η Γερμανία χαλάρωσε το «φρένο χρέους» για άμυνα και υποδομές, αξιοποιώντας το μεγαλύτερο δημοσιονομικό της περιθώριο. Η Ελλάδα, παρά τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια, δεν διαθέτει ανάλογη ευχέρεια. Έτσι, οι κοινές ανάγκες σε άμυνα, ενέργεια και τεχνολογία μένουν εγκλωβισμένες στις άνισες δυνατότητες των εθνικών προϋπολογισμών και η ευρωπαϊκή ισχύς κινδυνεύει να εξαρτηθεί από το ποιο κράτος διαθέτει δημοσιονομικό περιθώριο.
Τα κοινά χρηματοδοτικά βήματα έχουν σημασία. Το Ταμείο Ανάκαμψης απέδειξε ότι ο κοινός δανεισμός είναι πολιτικά εφικτός. Το SAFE, το εργαλείο των 150 δισ. ευρώ για την άμυνα, στηρίζει κοινές προμήθειες, αλλά μέσω δανείων προς τα κράτη. Η διάκριση είναι ουσιώδης. Η ευρωπαϊκή άντληση κεφαλαίων δεν ισοδυναμεί με κοινή ανάληψη του κόστους. Όταν το όφελος μιας υποδομής ή αμυντικής δυνατότητας υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα, η αποκλειστικά εθνική χρηματοδότηση ευνοεί την υποεπένδυση και τις αποκλίσεις.
Εδώ βρίσκεται το όριο μιας συζήτησης που εξαντλείται στο ύψος του ελλείμματος. Η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται και από την ανάπτυξη, τη σύνθεση των δαπανών, την επάρκεια των εσόδων και τους όρους χρηματοδότησης. Οι οριζόντιες περικοπές μπορούν να βελτιώσουν προσωρινά το δημοσιονομικό αποτέλεσμα, υπονομεύοντας όμως τις υποδομές και την παραγωγικότητα που στηρίζουν τη μελλοντική αποπληρωμή. Αντίστοιχα, η επίκληση των μεγάλων αναγκών δεν νομιμοποιεί κάθε δαπάνη ούτε απαλλάσσει τις κυβερνήσεις από την αξιολόγησή της.
Η υπεύθυνη απάντηση απαιτεί περιορισμό αναποτελεσματικών επιδοτήσεων και φορολογικών προνομίων, δικαιότερη κατανομή των βαρών και προστασία επενδύσεων με τεκμηριωμένη απόδοση. Για την Ευρώπη απαιτεί επιπλέον μόνιμη δημοσιονομική ικανότητα, επαρκείς ίδιους πόρους και κοινή χρηματοδότηση έργων με αποδεδειγμένο ευρωπαϊκό όφελος. Η στρατηγική αυτονομία χρειάζεται προϋπολογισμό ανάλογο των δεσμεύσεών της.
Η αναβολή δεν είναι ανέξοδη. Αφήνει κρίσιμες υποδομές ανολοκλήρωτες, εντείνει την τεχνολογική εξάρτηση και μεταφέρει στις κοινωνίες ένα αυξανόμενο κόστος μελλοντικής προσαρμογής. Όσο η πολιτική αρνείται να συμφωνήσει τι αξίζει να χρηματοδοτηθεί και ποιος οφείλει να συνεισφέρει, παραχωρεί μεγαλύτερο μέρος των επιλογών της στους πιστωτές. Και τότε το χρέος παύει να δεσμεύει μόνο έσοδα. Δεσμεύει το ίδιο το μέλλον.
*Ο κ. Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ





































