Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) αποτελεί κρίσιμο τεστ για την ελληνική οικονομία. Από την επόμενη περίοδο θα κριθεί αν η δυναμική των τελευταίων ετών απέκτησε μόνιμα χαρακτηριστικά ή αν παρέμεινε εξαρτημένη από μια εισροή σημαντικών πόρων σε ένα προκαθορισμένο διάστημα. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η μετάβαση από την έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο επενδύσεων, παραγωγικότητας και υψηλότερων εισοδημάτων.
Οι επενδύσεις κατέγραψαν άνοδο τα τελευταία χρόνια και συνέβαλαν θετικά στην ανάπτυξη. Ωστόσο, το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρώπης παραμένει, ενώ η κλαδική κατανομή και η αναπτυξιακή ποιότητα αυτής της ανόδου αποτελούν κρίσιμα ζητήματα. Η σημαντική κατεύθυνση κεφαλαίων προς τις κατασκευές και τα ακίνητα, η υψηλή εισαγωγική εξάρτηση του εξοπλισμού και η περιορισμένη σύνδεση αρκετών μεγάλων έργων με εγχώριες αλυσίδες αξίας αποδυναμώνουν το μακροχρόνιο αναπτυξιακό τους αποτύπωμα. Η αύξηση των επενδύσεων μπορεί να ενισχύσει τον ρυθμό μεγέθυνσης.
Η σύνθεση και η ποιότητά τους καθορίζουν αν η επίδραση αυτή θα έχει διάρκεια και αν θα διευρύνει τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Οι τελευταίες μακροοικονομικές προβολές συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι, μετά την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού προγράμματος, ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων θα υποχωρήσει. Παράλληλα, το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δείχνει ότι σημαντικό μέρος της πρόσθετης ζήτησης μεταφέρεται στο εξωτερικό.
Χωρίς ισχυρότερη παραγωγική βάση, η Ελλάδα μπορεί να καταγράφει ανάπτυξη χωρίς όμως να περιορίζει ουσιαστικά τις εξαρτήσεις της. Αυτό καθιστά αναγκαίο ένα σχέδιο με ορίζοντα δεκαετίας. Οχι άλλον έναν κατάλογο έργων και κινήτρων, αλλά μια συνεκτική επιλογή εθνικών προτεραιοτήτων.
Το σχέδιο οφείλει να προσδιορίζει τους τομείς στους οποίους η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, να μειώσει κρίσιμες εξαρτήσεις και να κατακτήσει ισχυρότερη θέση στον νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Παράλληλα, πρέπει να συνδέει τις υποδομές, την έρευνα, τις δεξιότητες, την ενέργεια και τη χρηματοδότηση με τις ίδιες παραγωγικές επιδιώξεις.
Η απουσία αυτής της ιεράρχησης υπήρξε βασική αδυναμία στην αξιοποίηση του ΤΑΑ. Η απορρόφηση αντιμετωπίστηκε συχνά ως αυτοτελής στόχος και όχι ως μέσο μιας συνεκτικής παραγωγικής στρατηγικής. Ετσι, η χώρα απέκτησε έργα και ψηφιακά εργαλεία, αλλά δεν διασφάλισε στον αναγκαίο βαθμό ότι οι πόροι θα μετασχημάτιζαν τη διάρθρωση της παραγωγής.
Η επόμενη φάση δεν μπορεί να στηριχθεί στην ίδια λογική, πολύ περισσότερο όταν τα διαθέσιμα χρήματα θα είναι λιγότερα. Η περίπτωση του Καναδά είναι ενδεικτική. Η κυβέρνηση του M.Carney συνδέει τις εθνικές παραγωγικές προτεραιότητες με έναν κεντρικό μηχανισμό ωρίμανσης μεγάλων έργων και ένα δημόσιο επενδυτικό όχημα που θα συνεπενδύει με ιδιώτες.
Η δημόσια συμμετοχή σχεδιάζεται ως επενδυτική τοποθέτηση με προσδοκώμενη απόδοση και δυνατότητα ανακύκλωσης των κεφαλαίων, όχι ως μη επιστρεπτέα δημοσιονομική ενίσχυση. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει το καναδικό μοντέλο. Χρειάζεται όμως να υιοθετήσει τη βασική του αρχή. Το κράτος δεν αρκεί να χρηματοδοτεί αποσπασματικά αιτήματα. Οφείλει να διαμορφώνει τις κατάλληλες συνθήκες, να περιορίζει τον κίνδυνο σε στρατηγικά έργα και να συντονίζει δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους γύρω από κοινούς παραγωγικούς στόχους.
Οι τράπεζες και οι κεφαλαιαγορές έχουν κεντρικό ρόλο στη χρηματοδότηση της οικονομίας. Ωστόσο, ορισμένα στρατηγικά έργα χαρακτηρίζονται από χρόνους ωρίμανσης και επίπεδα κινδύνου που καθιστούν αναγκαία τη συμπληρωματική δημόσια συμμετοχή και τον επιμερισμό του κινδύνου. Παράλληλα, παράγουν ευρύτερα οφέλη που δεν αποτυπώνονται πλήρως στην απόδοση του ιδιώτη επενδυτή. Μια ανάλογη πρόταση κατατέθηκε πρόσφατα στον ελληνικό δημόσιο διάλογο και αξίζει να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής συζήτησης.
Στον πυρήνα της βρίσκεται η δημιουργία ενός μόνιμου επενδυτικού μηχανισμού, με δημόσια κεφαλαιακή βάση και δυνατότητα συνεπένδυσης με τράπεζες, θεσμικούς επενδυτές και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Θα μπορεί να αξιοποιεί συμμετοχές, δάνεια, εγγυήσεις και εργαλεία επιμερισμού κινδύνου. Δεν θα υποκαθιστά την αγορά ούτε θα λειτουργεί ως ένας ακόμη φορέας διανομής επιχορηγήσεων. Σκοπός του θα είναι η κάλυψη των χρηματοδοτικών κενών, η προσέλκυση μακροπρόθεσμων κεφαλαίων και η διατήρηση για το Δημόσιο μέρους της αξίας που θα δημιουργείται με τη δική του συμβολή.
Η αξιοπιστία ενός τέτοιου σχήματος θα κριθεί από τη διακυβέρνησή του. Απαιτεί ανεξάρτητη και επαγγελματική διοίκηση, διαφανή κριτήρια, δημόσια αξιολόγηση κινδύνων και αποτελεσμάτων και πλήρη συμβατότητα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Η χρηματοδότηση οφείλει να συνδεθεί με μετρήσιμους στόχους ως προς την εγχώρια προστιθέμενη αξία, τη μεταφορά τεχνολογίας, τις εξαγωγές και την ποιοτική απασχόληση.
Οι αποδόσεις θα επανεπενδύονται, ώστε η αρχική δημόσια συμβολή να αποκτά διάρκεια και πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Οι προτεραιότητες δεν χρειάζεται να είναι πολλές. Ενας συνεκτικός πυρήνας μπορεί να περιλαμβάνει ανθεκτικές υποδομές νερού και ενέργειας, σύγχρονα δίκτυα μεταφορών και εγχώριες αλυσίδες αξίας σε τομείς όπου η χώρα διαθέτει παραγωγικές δυνατότητες.
Σε αυτές μπορούν να προστεθούν επενδύσεις με ισχυρό κοινωνικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα, όπως η προσιτή κατοικία. Κοινό κριτήριο πρέπει να είναι η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας και όχι απλώς η ταχεία απορρόφηση πόρων. Η χρηματοδότηση, όμως, δεν αρκεί. Παράλληλα απαιτείται μια ενιαία διοικητική δομή που θα ωριμάζει τα έργα, θα συντονίζει τις αδειοδοτήσεις και θα αποτρέπει τις επικαλύψεις. Χρειάζεται σταθερό ενεργειακό κόστος για τις παραγωγικές επιχειρήσεις, σύνδεση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με τις μεγάλες επενδύσεις και πρόσβαση στην εφαρμοσμένη τεχνολογία.
Διαφορετικά, ακόμη και οι μεγαλύτεροι διαθέσιμοι πόροι θα συνεχίσουν να διαχέονται χωρίς να αλλάζουν τη δομή της οικονομίας. Η περίοδος μετά το ΤΑΑ αποτελεί πρόκληση. Είναι η στιγμή μετάβασης από την απορρόφηση στην παραγωγή και από την προσωρινή χρηματοδότηση στη μόνιμη επενδυτική ικανότητα. Η Ελλάδα χρειάζεται λιγότερες διάσπαρτες εξαγγελίες και περισσότερο σχέδιο.
Ενα σχέδιο που θα μετατρέπει το δημόσιο χρήμα σε παραγωγικό κεφάλαιο, θα κινητοποιεί ιδιωτικούς πόρους και θα μετρά την επιτυχία του με όρους παραγωγικότητας, καλύτερων θέσεων εργασίας και πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη. Το τελικό κριτήριο είναι απλό. Η επενδυτική πορεία της χώρας πρέπει να αποκτήσει διάρκεια πέρα από τον κύκλο των έκτακτων ευρωπαϊκών πόρων.
*Ο κ. Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος
Από την Έντυπη Έκδοση Το ΒΗΜΑ




































