Δύσκολα αμφισβητείται το γεγονός, ότι η πλέον χαρακτηριστική «σύνοψη» του κυρίαρχου δυτικού αφηγήματος των Χριστουγέννων στη λογοτεχνία, αν όχι στην Τέχνη εν γένει, είναι το κλασικό έργο «A Christmas Carol» («Χριστουγεννιάτικη Ιστορία») του σπουδαίου Άγγλου συγγραφέα, Τσαρλς Ντίκενς.
Με αφορμή μια ακόμη κινηματογραφική εκδοχή αυτού του εμβληματικού βιβλίου, την ταινία «Ebenezer», του Τι Γουέστ, με τον Τζόνι Ντεπ να ενσαρκώνει τον αρχετυπικό τσιγγούνη, Εμπενίζερ Σκρουτζ, η οποία θα κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες στις 12 Νοεμβρίου, αναρωτηθήκαμε, αν η διαχρονία της γοητείας αυτής της ιστορίας εξαντλείται σε έναν προφανή ηθικό, διδακτικό μανιχαϊσμό, ή εμπεριέχει λανθάνουσες συνδέσεις με κάτι πιο ουσιαστικό, που αφορά στις ζωές μας σήμερα, καθιστώντας τη συγκίνηση που προκαλεί, όχι «αναδρομική», αλλά απολύτως επίκαιρη.
Το οικονομικό – ιστορικό φόντο
Η αλήθεια είναι, ότι οι οικονομικές και κοινωνικο-πολιτικές διαστάσεις, τόσο της συγκεκριμένης ιστορίας, όσο και του συνόλου του έργου του Ντίκενς, ήταν άμεσα αναγνωρίσιμες, από τους συγχρόνους του ακόμα.
Με το Λονδίνο να είναι η «πρωτεύουσα» της Βιομηχανικής Επανάστασης, σημαντικοί διανοητές από τον χώρο της πολιτικής οικονομίας, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής, αλλά και σημαντικοί λογοτέχνες, «μαγνητίστηκαν» από τις συνέπειες που είχε στις ζωές των ανθρώπων, η αλματώδης και ιδιαίτερα επιθετική ανάπτυξη του πρώιμου καπιταλισμού.
Την εποχή που γράφει ο Ντίκενς την ιστορία του, την 10ετία του 1840 (εκδόθηκε το 1843, μόλις πέντε χρόνια πριν την έκδοση του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μαρξ και Ένγκελς, με το οποίο υπάρχουν κοινωνιολογικές «γέφυρες») η εργατική τάξη της Αγγλίας ζει σε συνθήκες ανείπωτης εξαθλίωσης, ενώ η Ιρλανδία μαστίζεται από μαζική λιμοκτονία.
Τα πτωχοκομεία γεμίζουν με ετοιμοθάνατους και τα παιδιά ρισκάρουν τις ζωές τους δουλεύοντας σαν καπνοδοχοκαθαριστές ή σαν βιομηχανικοί εργάτες.
Ο Χαρτισμός* (ένα πρώιμο ρεφορμιστικό εργατικό κίνημα) αποτελεί την πρώτη σοβαρή απειλή για την ευημερούσα, μειοψηφική ελίτ.
Σε αυτό το περιβάλλον, πολλοί λογοτέχνες, με τον σημαντικότερο από αυτούς, τον Ντίκενς, «βουτούν» την πένα τους στην ανθρώπινη δυστυχία και την φέρνουν στο φως.
Ο ίδιος ο Μαρξ χαρακτήρισε τον Ντίκενς και τους σύγχρονους ομότεχνούς του ως «την σημερινή λαμπρή αδελφότητα των μυθιστοριογράφων στην Αγγλία, των οποίων οι εύγλωττες σελίδες έχουν αποκαλύψει στον κόσμο περισσότερες πολιτικές και κοινωνικές αλήθειες από όσες έχουν ειπωθεί από όλους τους επαγγελματίες πολιτικούς, δημοσιογράφους και ηθικολόγους μαζί».
Η «ηθική ευθύνη»
Ο Ντίκενς, ωστόσο, σε αντίθεση με τον Μαρξ, δεν βλέπει την κοινωνική αλλαγή ως μία νομοτελειακή, ταξικά προσδιορισμένη επαναστατική διαδικασία, αλλά ως συνέπεια της κυριαρχίας – χωρίς να προσδιορίζεται ο τρόπος – ενός εντελώς διαφορετικού ηθικού προτάγματος.
Έτσι, ενώ δεν περιορίζεται στην περιγραφή της κατάστασης της εργατικής τάξης, προσπαθεί να αφυπνίσει και να διεγείρει τη συνείδηση του καπιταλιστή, ώστε να τον εξοικειώσει με την «κοινωνική πραγματικότητα» και τη δική του ηθική ευθύνη.
Γι’ αυτό και ο Ντίκενς, «φορτώνει», μεν, τον Εμπενίζερ Σκρουτζ με τα ηθικά «αμαρτήματα» της επελαύνουσας αστικής τάξης, τον κρίνει, δε, με τα βιβλικά αξιολογικά πρότυπα.
Μια προσέγγιση η οποία, ως ένα βαθμό και τηρουμένων πολλών αναλογιών, θυμίζει εκείνη του Βέμπερ στο μνημειώδες έργο του, «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού», το οποίο εκδόθηκε 60 και πλέον χρόνια μετά τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία».
Ο Σκρουτζ του Ντίκενς αντιμετωπίζει τη συσσώρευση πλούτου, όχι ως μέσο για να ζήσει καλύτερα, αλλά ως αυτοσκοπό. Συνεπώς, η ύπαρξή του ορίζεται από την εργασιακή – προτεσταντική πειθαρχία και την αποστροφή προς κάθε μορφή αλληλεγγύης στη φτώχεια, η οποία εκλαμβάνεται ως συνέπεια της ανυπαρξίας των παραπάνω αξιών στους φτωχούς και όχι ως συνέπεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Πιο απλά, η αποστροφή του Σκρουτζ στη φτώχεια, δεν πηγάζει από το θέαμα των βρόμικων και ξυπόλητων παιδιών στο χιόνι, ή από τους ρακένδυτους ανθρώπους στα συσσίτια, αλλά από την «αδυναμία» της πλειοψηφίας της κοινωνίας να ενστερνιστεί τη συσσώρευση πλούτου ως ηθικό πρόταγμα.
Όπως για τον καπιταλιστή του Βέμπερ, λοιπόν, έτσι και για τον Σκρουτζ του Ντίκενς, το κρίσιμο αξιακό ζήτημα είναι η μετατροπή της συστηματικής απόκτησης και διαφύλαξης του πλούτου, σε ηθική υποχρέωση απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό.
Τόσο για τον Ντίκενς, όσο και για τον Βέμπερ, το «πνεύμα του καπιταλισμού», δεν είναι, τελικά, η απληστία αυτή καθεαυτή – η οποία, όπως δείχνει και ο Βέμπερ στον πρόλογό του, προϋπήρχε του καπιταλισμού, όπως και μορφές οικονομικής δραστηριότητας που προσομοιάζουν σε αυτόν – αλλά ο ηθικός «μηχανισμός» που συγκροτεί ο αστός, μέσω του ορθολογικού υπολογισμού και της αντίληψης ότι η εργασία και η επιτυχία αποτελούν καθήκον.
Συνεπώς, ο καπιταλιστής του Βέμπερ και του Ντίκενς, είναι μεν ένας άπληστος πλούσιος, ο οποίος, όμως, ορίζεται από την προτεσταντική εγκράτεια και τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού.
Έτσι ο Σκρουτζ, είναι η λογοτεχνική εκδοχή του ανθρώπου που έχει «βαφτιστεί» στη λογική της συσσώρευσης του πλούτου τόσο απόλυτα και βαθιά, ώστε το χρήμα να καθορίζει ακόμη και τις ανθρώπινες σχέσεις του.
Ο κ. Πέκσνιφ
Η μετατροπή της συσσώρευσης του πλούτου σε ηθική στάση δεν είναι ξένη ούτε στον Μαρξ.
Χαρακτηριστική είναι η διάσημη φράση του από το «Κεφάλαιο»:
«(…) το κεφάλαιο γεννιέται βουτηγμένο από την κορυφή ως τα νύχια στο αίμα και στη βρωμιά και στάζοντας αίμα απ’ όλους τους πόρους (…) Το κεφάλαιο το τρομάζει η έλλειψη κέρδους ή το πολύ μικρό κέρδος, όπως το κενό τρομάζει τη φύση. Όταν το κεφάλαιο έχει το ανάλογο κέρδος, γίνεται τολμηρό. Με 10% κέρδος αισθάνεται τον εαυτό του σίγουρο και μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς παντού∙ με 20% γίνεται ζωηρό∙ με 50% γίνεται θετικά παράτολμο∙ με 100% τσαλαπατάει όλους τους ανθρώπινους νόμους∙ με 300% δεν υπάρχει έγκλημα που να μη ριψοκινδυνεύει να το διαπράξει, ακόμα και με κίνδυνο να πάει στην κρεμάλα».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μαρξ ήταν αναγνώστης του Ντίκενς, καθώς υπάρχουν πολυάριθμες αναφορές από τον Άγγλο συγγραφέα στα γραπτά του.
Μάλιστα, ταυτίζει τους χαρακτήρες του Ντίκενς με πραγματικά άτομα και κοινωνικούς τύπους της εποχής.
Για παράδειγμα, ο κ. Πέκσνιφ από το Martin Chuzzlewit (1842-4) είναι ο λογοτεχνικός ήρωας που επικαλείται συχνότερα ο Μαρξ.
Είναι η προσωποποίηση της υπερβολής και της απάτης που κρύβουν την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Οι μακροσκελείς ατάκες και οι ηθικολογίες του Πέκσνιφ για την «αρετή» και την «αλήθεια», η παρουσίασή του στους υπαλλήλους και την κοινότητά του ως προσωποποιημένη καλοσύνη, ακόμη και το να ονομάζει τις κόρες του Mercy (Έλεος) και Charity (Φιλανθρωπία), τον έκαναν έναν εξαιρετικά αναγνωρίσιμο τύπο για να τον χρησιμοποιήσει ο Μαρξ.
Έχει γραφτεί, μάλιστα, ότι η χρήση από τον Μαρξ της μεταφοράς του φαντάσματος με την οποία ξεκινά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο – «Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη» – μόλις πέντε χρόνια μετά την έκδοση της «Χριστουγεννιάτικης ιστορίας» και των τριών φαντασμάτων που επισκέπτονται τον Σκρουτζ, είναι κάτι παραπάνω από συμπτωματική.
«Ντικενσιανή υφή»
Υπάρχει και ο συσχετισμός του Φράνσις Γουίν που πρώτος επεσήμανε στο βιβλίο του «Καρλ Μαρξ: Μια Ζωή» (1999) ότι το «Κεφάλαιο» διαβάζεται σαν βικτωριανό μυθιστόρημα.
Ο Γουίν εντόπισε αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «ντικενσιανή υφή» στο «Κεφάλαιο», χαρακτηρισμός που μπορεί, σε έναν βαθμό, να αποδοθεί στο γεγονός ότι τόσο ο Ντίκενς όσο και ο Μαρξ παρουσιάζουν μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την «προσωποποίηση του αντικειμένου και αντικειμενοποίηση των προσώπων» (Personificirung der Sache und Versachlichung der Personen).
Σύμφωνα με την μαρξιστική ανάλυση της αλλοτρίωσης (ή της αποξένωσης), η παραπάνω διαδικασία περιγράφει μια διαστροφή των κοινωνικών σχέσεων, η οποία προκύπτει από το ότι ο εργάτης αναγκάζεται να πουλήσει τη μοναδική ιδιοκτησία του – την εργατική του δύναμη – για να ζήσει, αλλά στη διαδικασία της παραγωγής αντιμετωπίζεται ως ένα «πράγμα», που εμπεριέχει το κόστος εργασίας, (ως παραγωγικό συντελεστή), που αποτιμάται σε χρήμα (μισθός).
Ταυτόχρονα, ο εργάτης χάνει τον έλεγχο της ζωής, της εργασίας και του ίδιου του εαυτού του, καθώς, ο πλούτος δεν του ανήκει, παρά το γεγονός ότι τον παράγει.
Ανεξάρτητα, πάντως, από τις υπαρκτές, ή μη, συγγένειες της μαρξιστικής σκέψης και της ανάλυσης του Βέμπερ με τον στριφνό Εμπενίζερ Σκρουτζ, υπάρχει και μία βεβαιότητα: Ότι ο Ντίκενς, με τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του, θα μας υπενθυμίζει για πάντα, πως ό,τι αξίζει στη μία και μοναδική ζωή που έχουμε, δεν αποτιμάται σε χρήμα.
*Χαρτισμός: Πήρε το όνομά του από τον «Χάρτη του Λαού» (People’s Charter) του 1838, ένα κείμενο που συντάχθηκε κυρίως από τους Γουίλιαμ Λόβετ και Φράνσις Πλέις και το οποίο απαιτούσε ριζικές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Το κίνημα συγκέντρωσε εκατομμύρια υπογραφές σε τρία μεγάλα μαζικά υπομνήματα (το 1839, το 1842 και το 1848), τα οποία όμως απορρίφθηκαν διαδοχικά από το βρετανικό Κοινοβούλιο.


































![Ελαιόλαδο: Υποχώρηση των τιμών και αύξηση των εισαγωγών – Νέες ισορροπίες [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/08/oil-elaiolado.jpg)


